Αἴας
545 αἶρ’ αὐτόν , αἶρε δεῦρο · ταρβήσει γὰρ οὒ
546 νεοσφαγῆ που τόνδε προσλεύσσων φόνον ,
547 εἴπερ δικαίως ἔστ’ ἐμὸς τὰ πατρόθεν .
548 ἀλλ’ αὐτίκ’ ὠμοῖς αὐτὸν ἐν νόμοις πατρὸς
549 δεῖ πωλοδαμνεῖν κἀξομοιοῦσθαι φύσιν .
550 παῖ , γένοιο πατρὸς εὐτυχέστερος ,
551 τὰ δ’ ἄλλ’ ὅμοιος · καὶ γένοι’ ἂν οὐ κακός .
552 καίτοι σε καὶ νῦν τοῦτό γε ζηλοῦν ἔχω ,
553 ὁθούνεκ’ οὐδὲν τῶνδ’ ἐπαισθάνει κακῶν ·
554 ἐν τῷ φρονεῖν γὰρ μηδὲν ἥδιστος βίος ,
554b [ τὸ μὴ φρονεῖν γὰρ κάρτ’ ἀνώδυνον κακόν ]