Ὀδυσσεύς
76 μὴ πρὸς θεῶν , ἀλλ’ ἔνδον ἀρκείτω μένων .
Ἀθήνα
77 τί μὴ γένηται ; πρόσθεν οὐκ ἀνὴρ ὅδ’ ἦν ;
Ὀδυσσεύς
78 ἐχθρός γε τῷδε τἀνδρὶ καὶ τανῦν ἔτι .
Ἀθήνα
79 οὔκουν γέλως ἥδιστος εἰς ἐχθροὺς γελᾶν ;
Ὀδυσσεύς
80 ἐμοὶ μὲν ἀρκεῖ τοῦτον ἐν δόμοις μένειν .
Ἀθήνα
81 μεμηνότ’ ἄνδρα περιφανῶς ὀκνεῖς ἰδεῖν ;
Ὀδυσσεύς
82 φρονοῦντα γάρ νιν οὐκ ἂν ἐξέστην ὄκνῳ .
Ἀθήνα
83 ἀλλ’ οὐδὲ νῦν σε μὴ παρόντ’ ἴδῃ πέλας .
Ὀδυσσεύς
84 πῶς , εἴπερ ὀφθαλμοῖς γε τοῖς αὐτοῖς ὁρᾷ ;
Ἀθήνα
85 ἐγὼ σκοτώσω βλέφαρα καὶ δεδορκότα .
Ὀδυσσεύς
86 γένοιτο μέντἂν πᾶν θεοῦ τεχνωμένου .
Ἀθήνα
87 σίγα νυν ἑστὼς καὶ μέν’ ὡς κυρεῖς ἔχων .
Ὀδυσσεύς
88 μένοιμ’ ἄν · ἤθελον δ’ ἂν ἐκτὸς ὢν τυχεῖν .
Ἀθήνα
89 οὗτος , Αἴας , δεύτερόν σε προσκαλῶ .
90 τί βαιὸν οὕτως ἐντρέπει τῆς συμμάχου ;
Αἴας
91 χαῖρ’ Ἀθάνα , χαῖρε Διογενὲς τέκνον ,
92 ὡς εὖ παρέστης · καί σε παγχρύσοις ἐγὼ
93 στέψω λαφύροις τῆσδε τῆς ἄγρας χάριν .
Ἀθήνα
94 καλῶς ἔλεξας · ἀλλ’ ἐκεῖνό μοι φράσον ,
95 ἔβαψας ἔγχος εὖ πρὸς Ἀργείων στρατῷ ;
Αἴας
96 κόμπος πάρεστι κοὐκ ἀπαρνοῦμαι τὸ μή .
Ἀθήνα
97 καὶ πρὸς Ἀτρείδαισιν ᾔχμασας χέρα ;