Ἀθήνα
51 ἐγώ σφ’ ἀπείργω , δυσφόρους ἐπ’ ὄμμασι
52 γνώμας βαλοῦσα τῆς ἀνηκέστου χαρᾶς ,
53 καὶ πρός τε ποίμνας ἐκτρέπω σύμμικτά τε
54 λείας ἄδαστα βουκόλων φρουρήματα ·
55 ἔνθ’ εἰσπεσὼν ἔκειρε πολύκερων φόνον
56 κύκλῳ ῥαχίζων · κἀδόκει μὲν ἔσθ’ ὅτε
57 δισσοὺς Ἀτρείδας αὐτόχειρ κτείνειν ἔχων ,
58 ὅτ’ ἄλλοτ’ ἄλλον ἐμπίτνων στρατηλατῶν .
59 ἐγὼ δὲ φοιτῶντ’ ἄνδρα μανιάσιν νόσοις
60 ὤτρυνον , εἰσέβαλλον εἰς ἕρκη κακά .
61 κἄπειτ’ ἐπειδὴ τοῦδ’ ἐλώφησεν πόνου ,
62 τοὺς ζῶντας αὖ δεσμοῖσι συνδήσας βοῶν
63 ποίμνας τε πάσας εἰς δόμους κομίζεται ,
64 ὡς ἄνδρας , οὐχ ὡς εὔκερων ἄγραν ἔχων ,
65 καὶ νῦν κατ’ οἴκους συνδέτους αἰκίζεται .
66 δείξω δὲ καὶ σοὶ τήνδε περιφανῆ νόσον ,
67 ὡς πᾶσιν Ἀργείοισιν εἰσιδὼν θροῇς .
68 θαρσῶν δὲ μίμνε μηδὲ συμφορὰν δέχου
69 τὸν ἄνδρ’ · ἐγὼ γὰρ ὀμμάτων ἀποστρόφους
70 αὐγὰς ἀπείρξω σὴν πρόσοψιν εἰσιδεῖν .
71 οὗτος , σὲ τὸν τὰς αἰχμαλωτίδας χέρας
72 δεσμοῖς ἀπευθύνοντα προσμολεῖν καλῶ ·
73 Αἴαντα φωνῶ · στεῖχε δωμάτων πάρος .
Ὀδυσσεύς
74 τί δρᾷς , Ἀθάνα ; μηδαμῶς σφ’ ἔξω κάλει .
Ἀθήνα
75 οὐ σῖγ’ ἀνέξει μηδὲ δειλίαν ἀρεῖ ;