Φιλοκλέων
1170 ἰδού . θεῶ τὸ σχῆμα , καὶ σκέψαι μ’ ὅτῳ
1171 μάλιστ’ ἔοικα τὴν βάδισιν τῶν πλουσίων .
Βδελυκλέων
1172 ὅτῳ ; Δοθιῆνι σκόροδον ἠμφιεσμένῳ .
Φιλοκλέων
1173 καὶ μὴν προθυμοῦμαί γε σαυλοπρωκτιᾶν .
Βδελυκλέων
1174 ἄγε νυν , ἐπιστήσει λόγους σεμνοὺς λέγειν
1175 ἀνδρῶν παρόντων πολυμαθῶν καὶ δεξιῶν ;
Φιλοκλέων
1176
Βδελυκλέων
τίνα δῆτ’ ἂν λέγοις ;
Φιλοκλέων
πολλοὺς πάνυ .
1177 πρῶτον μὲν ὡς Λάμι’ ἁλοῦσ’ ἐπέρδετο ,
1178 ἔπειτα δ’ ὡς Καρδοπίων τὴν μητέρα .
Βδελυκλέων
1179 μή ’μοί γε μύθους , ἀλλὰ τῶν ἀνθρωπίνων ,
1180 οἵους λέγομεν μάλιστα τοὺς κατ’ οἰκίαν .
Φιλοκλέων
1181 ἐγᾦδα τοίνυν τῶν γε πάνυ κατ’ οἰκίαν
1182 ἐκεῖνον ὡς " οὕτω ποτ’ ἦν μῦς καὶ γαλῆ . "
Βδελυκλέων
1183 σκαιὲ κἀπαίδευτε , Θεογένης ἔφη
1184 τῷ κοπρολόγῳ καὶ ταῦτα λοιδορούμενος ,
1185 μῦς καὶ γαλᾶς μέλλεις λέγειν ἐν ἀνδράσιν ;
Φιλοκλέων
1186
Βδελυκλέων
μεγαλοπρεπεῖς ,
1187 ὡς ξυνεθεώρεις Ἀνδροκλεῖ καὶ Κλεισθένει .
Φιλοκλέων
1188 ἐγὼ δὲ τεθεώρηκα ποώποτ’ οὐδαμοῖ
1189 πλὴν ἐς Πάρον , καὶ ταῦτα δὔ ὀβολὼ φέρων .
Βδελυκλέων
1190 ἀλλ’ οὖν λέγειν χρή σ’ ὡς ἐμάχετό γ’ αὐτίκα
1191 Ἐφουδίων παγκράτιον Ἀσκώνδᾳ καλῶς ,
1192 ἤδη γέρων ὢν καὶ πολιός , ἔχων δέ τοι
1193 πλευρὰν βαθυτάτην καὶ χέρας καὶ λαγόνα καὶ