Βδελυκλέων
1194
Φιλοκλέων
παῦε παῦ’ , οὐδὲν λέγεις .
1195 πῶς ἂν μαχέσαιτο παγκράτιον θώρακ’ ἔχων ;
Βδελυκλέων
1196 οὕτω διηγεῖσθαι νομίζουσ’ οἱ σοφοί .
1197 ἀλλ’ ἕτερον εἰπέ μοι · παρ’ ἀνδράσι ξένοις
1198 πίνων σεαυτοῦ ποῖον ἂν λέξαι δοκεῖς
1199 ἐπὶ νεότητος ἔργον ἀνδρικώτατον ;
Φιλοκλέων
1200 ἐκεῖν’ ἐκεῖν’ ἀνδρειότατόν γε τῶν ἐμῶν ,
1201 ὅτ’ Ἐργασίωνος τὰς χάρακας ὑφειλόμην .
Βδελυκλέων
1202 ἀπολεῖς με . ποίας χάρακας ; ἀλλ’ ὡς κάπρον
1203 ἐδιώκαθές ποτ’ λαγών , λαμπάδα
1204 ἔδραμες , ἀνευρὼν τι νεανικώτατον .
Φιλοκλέων
1205 ἐγᾦδα τοίνυν τό γε νεανικώτατον ·
1206 ὅτε τὸν δρομέα Φάυλλον ὢν βούπαις ἔτι
1207 εἶλον διώκων λοιδορίας ψήφοιν δυοῖν .
Βδελυκλέων
1208 παὖ · ἀλλὰ δευρὶ κατακλινεὶς προσμάνθανε
1209 ξυμποτικὸς εἶναι καὶ ξυνουσιαστικός .
Φιλοκλέων
1210
Βδελυκλέων
εὐσχημόνως .
Φιλοκλέων
1211
Βδελυκλέων
μηδαμῶς .
Φιλοκλέων
1212
Βδελυκλέων
τὰ γόνατ’ ἔκτεινε καὶ γυμναστικῶς
1213 ὑγρὸν χύτλασον σεαυτὸν ἐν τοῖς στρώμασιν .
1214 ἔπειτ’ ἐπαίνεσόν τι τῶν χαλκωμάτων ,
1215 ὀροφὴν θέασαι , κρεκάδι’ αὐλῆς θαύμασον ·
1216 ὕδωρ κατὰ χειρός · τὰς τραπέζας ἐσφέρειν ·
1217 δειπνοῦμεν · ἀπονενίμμεθ’ · ἤδη σπένδομεν .
Φιλοκλέων
1218 πρὸς τῶν θεῶν ἐνύπνιον ἑστιώμεθα ;