Βδελυκλέων
946 οὔκ , ἀλλ’ ἐκεῖνό μοι δοκεῖ πεπονθέναι ,
947 ὅπερ ποτὲ φεύγων ἔπαθε καὶ Θουκυδίδης ·
948 ἀπόπληκτος ἐξαίφνης ἐγένετο τὰς γνάθους .
949 πάρεχ’ ἐκποδών . ἐγὼ γὰρ ἀπολογήσομαι .
950 χαλεπὸν μὲν ὦνδρες ἐστὶ διαβεβλημένου
951 ὑπεραποκρίνεσθαι κυνός , λέξω δ’ ὅμως .
952 ἀγαθὸς γάρ ἐστι καὶ διώκει τοὺς λύκους .
Φιλοκλέων
953 κλέπτης μὲν οὖν οὗτός γε καὶ ξυνωμότης .
Βδελυκλέων
954 μὰ Δί’ ἀλλ’ ἄριστός ἐστι τῶν νυνὶ κυνῶν
955 οἷός τε πολλοῖς προβατίοις ἐφεστάναι .
Φιλοκλέων
956 τί οὖν ὄφελος , τὸν τυρὸν εἰ κατεσθίει ;
Βδελυκλέων
957 τι ; σοῦ προμάχεται καὶ φυλάττει τὴν θύραν
958 καὶ τἄλλ’ ἄριστός ἐστιν · εἰ δ’ ὑφείλετο ,
959 ξύγγνωθι . κιθαρίζειν γὰρ οὐκ ἐπίσταται .
Φιλοκλέων
960 ἐγὼ δ’ ἐβουλόμην ἂν οὐδὲ γράμματα ,
961 ἵνα μὴ κακουργῶν ἐνέγραφ’ ἡμῖν τὸν λόγον .
Βδελυκλέων
962 ἄκουσον δαιμόνιέ μου τῶν μαρτύρων .
963 ἀνάβηθι τυρόκνηστι καὶ λέξον μέγα ·
964 σὺ γὰρ ταμιεύουσ’ ἔτυχες . ἀπόκριναι σαφῶς ,
965 εἰ μὴ κατέκνησας τοῖς στρατιώταις ἅλαβες .
966
Φιλοκλέων
νὴ Δί’ ἀλλὰ ψεύδεται .