Βδελυκλέων
967 δαιμόνι’ ἐλέει ταλαιπωρουμένους .
968 οὗτος γὰρ Λάβης καὶ τραχήλι’ ἐσθίει
969 καὶ τὰς ἀκάνθας , κοὐδέποτ’ ἐν ταὐτῷ μένει .
970 δ’ ἕτερος οἷός ἐστιν οἰκουρὸς μόνον .
971 αὐτοῦ μένων γὰρ ἅττ’ ἂν εἴσω τις φέρῃ
972 τούτων μεταιτεῖ τὸ μέρος · εἰ δὲ μή , δάκνει .
Φιλοκλέων
973 αἰβοῖ . τί κακόν ποτ’ ἔσθ’ ὅτῳ μαλάττομαι ;
974 κακόν τι περιβαίνει με κἀναπείθομαι .
Βδελυκλέων
975 ἴθ’ ἀντιβολῶ σ’ · οἰκτίρατ’ αὐτὸν πάτερ ,
976 καὶ μὴ διαφθείρητε . ποῦ τὰ παιδία ;
977 ἀναβαίνετ’ πόνηρα καὶ κνυζούμενα
978 αἰτεῖτε κἀντιβολεῖτε καὶ δακρύετε .
Φιλοκλέων
979
Βδελυκλέων
καταβήσομαι .
980 καίτοι τὸ κατάβα τοῦτο πολλοὺς δὴ πάνυ
981 ἐξηπάτηκεν . ἀτὰρ ὅμως καταβήσομαι .
Φιλοκλέων
982 ἐς κόρακας . ὡς οὐκ ἀγαθόν ἐστι τὸ ῥοφεῖν .
983 ἐγὼ γὰρ ἀπεδάκρυσα νῦν γνώμην ἐμὴν
984 οὐδέν ποτ’ ἀλλ’ τῆς φακῆς ἐμπλήμενος .
Βδελυκλέων
985
Φιλοκλέων
χαλεπὸν εἰδέναι .
Βδελυκλέων
986 ἴθ’ πατρίδιον ἐπὶ τὰ βελτίω τρέπου .
987 τηνδὶ λαβὼν τὴν ψῆφον ἐπὶ τὸν ὕστερον
988 μύσας παρᾷξον κἀπόλυσον πάτερ .
Φιλοκλέων
989 οὐ δῆτα · κιθαρίζειν γὰρ οὐκ ἐπίσταμαι .
Βδελυκλέων
990 φέρε νύν σε τῃδὶ τὴν ταχίστην περιάγω .