Σωσίας
927 πρὸς ταῦτα τοῦτον κολάσατ’ · οὐ γὰρ ἄν ποτε
928 τρέφειν δύναιτ’ ἂν μία λόχμη κλέπτα δύο ·
929 ἵνα μὴ κεκλάγγω διὰ κενῆς ἄλλως ἐγώ ·
930 ἐὰν δὲ μή , τὸ λοιπὸν οὐ κεκλάγξομαι .
Φιλοκλέων
931 ἰοὺ ἰού .
932 ὅσας κατηγόρησε τὰς πανουργίας .
933 κλέπτον τὸ χρῆμα τἀνδρός · οὐ καὶ σοὶ δοκεῖ
934 ὦλεκτρυόν ; νὴ τὸν Δί’ ἐπιμύει γέ τοι .
935 θεσμοθέτης · ποῦ ’σθ’ οὗτος ; ἀμίδα μοι δότω .
Βδελυκλέων
936 αὐτὸς καθελοῦ · τοὺς μάρτυρας γὰρ ἐσκαλῶ .
937 Λάβητι μάρτυρας παρεῖναι τρύβλιον
938 δοίδυκα τυρόκνηστιν ἐσχάραν χύτραν ,
939 καὶ τἄλλα , τὰ σκεύη τὰ προσκεκαυμένα .
940 ἀλλ’ ἔτι σύ γ’ οὐρεῖς καὶ καθίζεις οὐδέπω ;
Φιλοκλέων
941 τοῦτον δέ γ’ οἶμ’ ἐγὼ χεσεῖσθαι τήμερον .
Βδελυκλέων
942 οὐκ αὖ σὺ παύσει χαλεπὸς ὢν καὶ δύσκολος ,
943 καὶ ταῦτα τοῖς φεύγουσιν , ἀλλ’ ὀδὰξ ἔχει ;
944 ἀνάβαιν’ , ἀπολογοῦ . τί σεσιώπηκας ; λέγε .
Φιλοκλέων
945 ἀλλ’ οὐκ ἔχειν οὗτός γ’ ἔοικεν τι λέγῃ .