Βδελυκλέων
682 οὐ γὰρ μεγάλη δουλεία ’στὶν τούτους μὲν ἅπαντας ἐν ἀρχαῖς
683 αὐτούς τ’ εἶναι καὶ τοὺς κόλακας τοὺς τούτων μισθοφοροῦντας ;
684 σοὶ δ’ ἤν τις δῷ τοὺς τρεῖς ὀβολούς , ἀγαπᾷς · οὓς αὐτὸς ἐλαύνων
685 καὶ πεζομαχῶν καὶ πολιορκῶν ἐκτήσω πολλὰ πονήτας .
686 καὶ πρὸς τούτοις ἐπιταττόμενος φοιτᾷς , μάλιστά μ’ ἀπάγχει ,
687 ὅταν εἰσελθὸν μειράκιόν σοι κατάπυγον , Χαιρέου υἱός ,
688 ὡδὶ διαβὰς διακινηθεὶς τῷ σώματι καὶ τρυφερανθείς ,
689 ἥκειν εἴπῃ πρῲ κἀν ὥρᾳ δικάσονθ’ , ὡς ὅστις ἂν ὑμῶν
690 ὕστερος ἔλθῃ τοῦ σημείου , τὸ τριώβολον οὐ κομιεῖται ·
691 αὐτὸς δὲ φέρει τὸ συνηγορικὸν δραχμήν , κἂν ὕστερος ἔλθῃ ·
692 καὶ κοινωνῶν τῶν ἀρχόντων ἑτέρῳ τινὶ τῶν μεθ’ ἑαυτοῦ ,
693 ἤν τίς τι διδῷ τῶν φευγόντων , ξυνθέντε τὸ πρᾶγμα δύ’ ὄντε
694 ἐσπουδάκατον , κᾆθ’ ὡς πρίονθ’ μὲν ἕλκει δ’ ἀντενέδωκε ·
695 σὺ δὲ χασκάζεις τὸν κωλακρέτην , τὸ δὲ πραττόμενόν σε λέληθεν .
Φιλοκλέων
696 ταυτί με ποιοῦσ’ ; οἴμοι τί λέγεις ; ὥς μου τὸν θῖνα ταράττεις ,
697 καὶ τὸν νοῦν μου προσάγεις μᾶλλον , κοὐκ οἶδ’ τι χρῆμά με ποιεῖς .