Σωσίας
228 μὴ φροντίσῃς · ἐὰν ἐγὼ λίθους ἔχω ,
229 πολλῶν δικαστῶν σφηκιὰν διασκεδῶ .
Χορός
230 χώρει πρόβαιν’ ἐρρωμένως . Κωμία βραδύνεις .
231 μὰ τὸν Δί’ οὐ μέντοι πρὸ τοῦ γ’ , ἀλλ’ ἦσθ’ ἱμὰς κύνειος ·
232 νυνὶ δὲ κρείττων ἐστί σου Χαρινάδης βαδίζειν .
233 Στρυμόδωρε Κονθυλεῦ , βέλτιστε συνδικαστῶν ,
234 Εὐεργίδης ἆρ’ ἐστί που ’νταῦθ’ Χάβης Φλυεύς ;
235 πάρεσθ’ δὴ λοιπόν γ’ ἔτ’ ἐστίν , ἀππαπαῖ παπαιάξ ,
236 ἥβης ἐκείνης ἡνίκ’ ἐν Βυζαντίῳ ξυνῆμεν
237 φρουροῦντ’ ἐγώ τε καὶ σύ · κᾆτα περιπατοῦντε νύκτωρ
238 τῆς ἀρτοπώλιδος λαθόντ’ ἐκλέψαμεν τὸν ὅλμον ,
239 κᾆθ’ ἥψομεν τοῦ κορκόρου κατασχίσαντες αὐτόν .
240 ἀλλ’ ἐγκονῶμεν ὦνδρες , ὡς ἔσται Λάχητι νυνί ·
241 σίμβλον δέ φασι χρημάτων ἔχειν ἅπαντες αὐτόν .
242 χθὲς οὖν Κλέων κηδεμὼν ἡμῖν ἐφεῖτ’ ἐν ὥρᾳ
243 ἥκειν ἔχοντας ἡμερῶν ὀργὴν τριῶν πονηρὰν
244 ἐπ’ αὐτόν , ὡς κολωμένους ὧν ἠδίκησεν . ἀλλὰ
245 σπεύδωμεν ὦνδρες ἥλικες πρὶν ἡμέραν γενέσθαι .
246 χωρῶμεν ἅμα τε τῷ λύχνῳ πάντῃ διασκοπῶμεν ,
247 μή που λίθος τις ἐμποδὼν ἡμᾶς κακόν τι δράσῃ .
Παίς
248 τὸν πηλὸν πάτερ πάτερ τουτονὶ φύλαξαι .