Σωσίας
205 μῦς ; οὐ μὰ Δί’ ἀλλ’ ὑποδυόμενός τις οὑτοσὶ
206 ὑπὸ τῶν κεραμίδων ἡλιαστὴς ὀροφίας .
Βδελυκλέων
207 οἴμοι κακοδαίμων , στροῦθος ἁνὴρ γίγνεται ·
208 ἐκπτήσεται . ποῦ ποῦ ’στί μοι τὸ δίκτυον ;
209 σοῦ σοῦ , πάλιν σοῦ . νὴ Δί’ μοι κρεῖττον ἦν
210 τηρεῖν Σκιώνην ἀντὶ τούτου τοῦ πατρός .
Σωσίας
211 ἄγε νυν , ἐπειδὴ τουτονὶ σεσοβήκαμεν ,
212 κοὐκ ἔσθ’ ὅπως διαδὺς ἂν ἡμᾶς ἔτι λάθοι ,
213 τί οὐκ ἀπεκοιμήθημεν ὅσον ὅσον στίλην ;
Βδελυκλέων
214 ἀλλ’ πόνηρ’ ἥξουσιν ὀλίγον ὕστερον
215 οἱ ξυνδικασταὶ παρακαλοῦντες τουτονὶ
216
Σωσίας
τίλέγεις ; ἀλλὰ νῦν γ’ ὄρθρος βαθύς .
Βδελυκλέων
217 νὴ τὸν Δί’ , ὀψὲ γοῦν ἀνεστήκασι νῦν .
218 ὡς ἀπὸ μέσων νυκτῶν γε παρακαλοῦσ’ ἀεί ,
219 λύχνους ἔχοντες καὶ μινυρίζοντες μέλη
220 ἀρχαῖα μελισιδωνοφρυνιχήρατα ,
221
Σωσίας
οὐκοῦν , ἢν δέῃ ,
222 ἤδη ποτ’ αὐτοὺς τοῖς λίθοις βαλλήσομεν .
Βδελυκλέων
223 ἀλλ’ πόνηρε τὸ γένος ἤν τις ὀργίσῃ
224 τὸ τῶν γερόντων , ἔσθ’ ὅμοιον σφηκιᾷ .
225 ἔχουσι γὰρ καὶ κέντρον ἐκ τῆς ὀσφύος
226 ὀξύτατον , κεντοῦσι , καὶ κεκραγότες
227 πηδῶσι καὶ βάλλουσιν ὥσπερ φέψαλοι .