Βδελυκλέων
181
Σωσίας
ἀλλὰ ναὶ μὰ Δία φέρει
182 κάτω γε τουτονί τιν’ ὑποδεδυκότα .
Βδελυκλέων
183 ποῖον ; φέρ’ ἴδωμαι τουτονί . τουτὶ τί ἦν ;
184
Φιλοκλέων
Οὖτις νὴ Δία .
Βδελυκλέων
185
Φιλοκλέων
Ἴθακος Ἀποδρασιππίδου .
Βδελυκλέων
186 Οὖτις μὰ τὸν Δί’ οὔτι χαιρήσων γε σύ .
187 ὕφελκε θᾶττον αὐτόν . μιαρώτατος
188 ἵν’ ὑποδέδυκεν · ὥστ’ ἔμοιγ’ ἰνδάλλεται
189 ὁμοιότατος κλητῆρος εἶναι πωλίῳ .
Φιλοκλέων
190 εἰ μή μ’ ἐάσεθ’ ἥσυχον , μαχούμεθα .
Βδελυκλέων
191
Φιλοκλέων
περὶ ὄνου σκιᾶς .
Βδελυκλέων
192 πονηρὸς εἶ πόρρω τέχνης καὶ παράβολος .
Φιλοκλέων
193 ἐγὼ πονηρός ; οὐ μὰ Δί’ ἀλλ’ οὐκ οἶσθα σὺ
194 νῦν μ’ ὄντ’ ἄριστον · ἀλλ’ ἴσως , ὅταν φάγῃς
195 ὑπογάστριον γέροντος ἡλιαστικοῦ .
Βδελυκλέων
196 ὤθει τὸν ὄνον καὶ σαυτὸν ἐς τὴν οἰκίαν .
Φιλοκλέων
197 ξυνδικασταὶ καὶ Κλέων ἀμύνατε .
Βδελυκλέων
198 ἔνδον κέκραχθι τῆς θύρας κεκλῃμένης .
199 ὤθει σὺ πολλοὺς τῶν λίθων πρὸς τὴν θύραν ,
200 καὶ τὴν βάλανον ἔμβαλλε πάλιν ἐς τὸν μοχλόν ,
201 καὶ τῇ δοκῷ προσθεὶς τὸν ὅλμον τὸν μέγαν
202
Σωσίας
οἴμοι δείλαιος ·
203 πόθεν ποτ’ ἐμπέπτωκέ μοι τὸ βωλίον ;
Βδελυκλέων
204 ἴσως ἄνωθεν μῦς ἐνέβαλέ σοί ποθεν .