Παῖς
1279 ἀλλὰ τί δῆτ’ ᾄδω ; σὺ γὰρ εἰπέ μοι οἷστισι χαίρεις .
Τρυγαῖος
1280 ὣς οἱ μὲν δαίνυντο βοῶν κρέα , καὶ τὰ τοιαυτί ·
1281 ἄριστον προτίθεντο καὶ ἅτθ’ ἥδιστα πάσασθαι .
Παῖς
1282 ὣς οἱ μὲν δαίνυντο βοῶν κρέα , καὐχένας ἵππων
1283 ἔκλυον ἱδρώοντας , ἐπεὶ πολέμου ἐκόρεσθεν .
Τρυγαῖος
1284 εἶεν ; ἐκόρεσθεν τοῦ πολέμου κᾆτ’ ἤσθιον .
1285 ταῦτ’ ᾆδε , ταῦθ’ , ὡς ἤσθιον κεκορημένοι .
Παῖς
1286 θωρήσσοντ’ ἄρ’ ὄτειτα πεπαυμένοι
Τρυγαῖος
ἄσμενοι , οἶμαι .
Παῖς
1287 πύργων δ’ ἐξεχέοντο , βοὴ δ’ ἄσβεστος ὀρώρει .
Τρυγαῖος
1288 κάκιστ’ ἀπόλοιο παιδάριον αὐταῖς μάχαις ·
1289 οὐδὲν γὰρ ᾄδεις πλὴν πολέμους . τοῦ καί ποτ’ εἶ ;
Παῖς
1290 ἐγώ ;
Τρυγαῖος
σὺ μέντοι νὴ Δί’ .
Παῖς
υἱὸς Λαμάχου .
Τρυγαῖος
1291 αἰβοῖ ·
1292 γὰρ ἐγὼ θαύμαζον ἀκούων , εἰ σὺ μὴ εἴης
1293 ἀνδρὸς βουλομάχου καὶ κλαυσιμάχου τινὸς υἱός .
1294 ἄπερρε καὶ τοῖς λογχοφόροισιν ᾆδ’ ἰών .
1295 ποῦ μοι τὸ τοῦ Κλεωνύμου ’στὶ παιδίον ;
1296 ᾆσον πρὶν εἰσιέναι τι · σὺ γὰρ εὖ οἶδ’ ὅτι
1297 οὐ πράγματ’ ᾄσει · σώφρονος γὰρ εἶ πατρός .