Τρυγαῖος
1258 ἐὰν τοιαυτασὶ μάθῃ λαβὰς ποιεῖν ,
1259 ἄμεινον νῦν αὔτ’ ἀποδώσεται πολύ .
Κρανοποιός
1260 ἀπίωμεν δορυξέ .
Τρυγαῖος
μηδαμῶς γ’ , ἐπεὶ
1261 τούτῳ γ’ ἐγὼ τὰ δόρατα ταῦτ’ ὠνήσομαι .
Δορυξός
1262 πόσον δίδως δῆτ’ ;
Τρυγαῖος
εἰ διαπρισθεῖεν δίχα ,
1263 λάβοιμ’ ἂν αὔτ’ ἐς χάρακας ἑκατὸν τῆς δραχμῆς .
Δορυξός
1264 ὑβριζόμεθα . χωρῶμεν τᾶν ἐκποδών .
Τρυγαῖος
1265 νὴ τὸν Δί’ , ὡς τὰ παιδί’ ἤδη ’ξέρχεται
1266 οὐρησόμενα τὰ τῶν ἐπικλήτων δεῦρ’ , ἵνα
1267 ἅττ’ ᾄσεται προαναβάληταί μοι δοκεῖ .
1268 ἀλλ’ τι περ ᾄδειν ἐπινοεῖς παιδίον ,
1269 αὐτοῦ παρ’ ἐμὲ στὰν πρότερον ἀναβαλοῦ ’νθαδί .
Παῖς
1270 νῦν αὖθ’ ὁπλοτέρων ἀνδρῶν ἀρχώμεθα
Τρυγαῖος
παῦσαι
1271 ὁπλοτέρους ᾆδον , καὶ ταῦτ τρισκακόδαιμον
1272 εἰρήνης οὔσης · ἀμαθές γ’ εἶ καὶ κατάρατον .
Παῖς
1273 οἱ δ’ ὅτε δὴ σχεδὸν ἦσαν ἐπ’ ἀλλήλοισιν ἰόντες ,
1274 σύν ῥ’ ἔβαλον ῥινούς τε καὶ ἀσπίδας ὀμφαλοέσσας .
Τρυγαῖος
1275 ἀσπίδας ; οὐ παύσει μεμνημένος ἀσπίδος ἡμῖν ;
Παῖς
1276 ἔνθα δ’ ἅμ’ οἰμωγή τε καὶ εὐχωλὴ πέλεν ἀνδρῶν .
Τρυγαῖος
1277 ἀνδρῶν οἰμωγή ; κλαύσει νὴ τὸν Διόνυσον
1278 οἰμωγὰς ᾄδων , καὶ ταύτας ὀμφαλοέσσας .