Τρυγαῖος
1236 ἔγωγε νὴ Δί’ ὦπίτριπτ’ . οἴει γὰρ ἂν
1237 τὸν πρωκτὸν ἀποδόσθαι με χιλιῶν δραχμῶν ;
Θωρακοπώλης
1238 ἴθι δὴ ’ξένεγκε τἀργύριον .
Τρυγαῖος
ἀλλ’ ὦγαθὲ
1239 θλίβει τὸν ὄρρον . ἀπόφερ’ , οὐκ ὠνήσομαι .
Σαλπιγγοποιός
1240 τί δ’ ἆρα τῇ σάλπιγγι τῇδε χρήσομαι ,
1241 ἣν ἐπριάμην δραχμῶν ποθ’ ἑξήκοντ’ ἐγώ ;
Τρυγαῖος
1242 μόλυβδον ἐς τουτὶ τὸ κοῖλον ἐγχέας
1243 ἔπειτ’ ἄνωθεν ῥάβδον ἐνθεὶς ὑπόμακρον ,
1244 γενήσεταί σοι τῶν κατακτῶν κοττάβων .
Σαλπιγγοποιός
1245 οἴμοι καταγελᾷς .
Τρυγαῖος
ἀλλ’ ἕτερον παραινέσω .
1246 τὸν μὲν μόλυβδον , ὥσπερ εἶπον , ἔγχεον ,
1247 ἐντευθενὶ δὲ σπαρτίοις ἠρτημένην
1248 πλάστιγγα πρόσθες , καὐτό σοι γενήσεται
1249 τὰ σῦκ’ ἐν ἀγρῷ τοῖς οἰκέταισιν ἱστάναι .
Κρανοποιός
1250 δυσκάθαρτε δαῖμον ὥς μ’ ἀπώλεσας ,
1251 ὅτ’ ἀντέδωκά γ’ ἀντὶ τῶνδε μνᾶν ποτέ ·
1252 καὶ νῦν τί δράσω ; τίς γὰρ αὔτ’ ὠνήσεται ;
Τρυγαῖος
1253 πώλει βαδίζων αὐτὰ τοῖς Αἰγυπτίοις ·
1254 ἔστιν γὰρ ἐπιτήδεια συρμαίαν μετρεῖν .
Δορυξός
1255 οἴμ’ κρανοποί’ ὡς ἀθλίως πεπράγαμεν .
Τρυγαῖος
1256 οὗτος μὲν οὐ πέπονθεν οὐδέν .
Δορυξός
ἀλλὰ τί
1257 ἔτ’ ἐστὶ τοῖσι κράνεσιν τι τις χρήσεται ;