Ἑρμῆς
648 βυρσοπώλης .
Τρυγαῖος
παῦε παῦ’ δέσποθ’ Ἑρμῆ , μὴ λέγε ,
649 ἀλλ’ ἔα τὸν ἄνδρ’ ἐκεῖνον οὗπερ ἔστ’ εἶναι κάτω ·
650 οὐ γὰρ ἡμέτερος ἔτ’ ἔστ’ ἐκεῖνος ἁνὴρ ἀλλὰ σός .
651 ἅττ’ ἂν οὖν λέγῃς ἐκεῖνον ,
652 κεἰ πανοῦργος ἦν , ὅτ’ ἔζη ,
653 καὶ λάλος καὶ συκοφάντης
654 καὶ κύκηθρον καὶ τάρακτρον ,
655 ταῦθ’ ἁπαξάπαντα νυνὶ
656 τοὺς σεαυτοῦ λοιδορεῖς .
657 ἀλλ’ τι σιωπᾷς πότνια κάτειπέ μοι .
Ἑρμῆς
658 ἀλλ’ οὐκ ἂν εἴποι πρός γε τοὺς θεωμένους ·
659 ὀργὴν γὰρ αὐτοῖς ὧν ἔπαθε πολλὴν ἔχει .
Τρυγαῖος
660 δ’ ἀλλὰ πρὸς σὲ μικρὸν εἰπάτω μόνον .
Ἑρμῆς
661 εἴφ’ τι νοεῖς αὐτοῖσι πρὸς ἔμ’ φιλτάτη .
662 ἴθ’ γυναικῶν μισοπορπακιστάτη .
663 εἶεν , ἀκούω . ταῦτ’ ἐπικαλεῖς ; μανθάνω .
664 ἀκούσαθ’ ὑμεῖς ὧν ἕνεκα μομφὴν ἔχει .
665 ἐλθοῦσά φησιν αὐτομάτη μετὰ τἀν Πύλῳ
666 σπονδῶν φέρουσα τῇ πόλει κίστην πλέαν
667 ἀποχειροτονηθῆναι τρὶς ἐν τἠκκλησίᾳ .
Τρυγαῖος
668 ἡμάρτομεν ταῦτ’ · ἀλλὰ συγγνώμην ἔχε ·
669 νοῦς γὰρ ἡμῶν ἦν τότ’ ἐν τοῖς σκύτεσιν .