Ἀθηναῖος
1222 οὐκ ἄπιτε ; κωκύσεσθε τὰς τρίχας μακρά .
1223 οὐκ ἄπιθ’ , ὅπως ἂν οἱ Λάκωνες ἔνδοθεν
1224 καθ’ ἡσυχίαν ἀπίωσιν εὐωχημένοι ;
1225 οὔπω τοιοῦτον συμπόσιον ὄπωπ’ ἐγώ .
1226 καὶ χαρίεντες ἦσαν οἱ Λακωνικοί ·
1227 ἡμεῖς δ’ ἐν οἴνῳ συμπόται σοφώτατοι .
1228 ὀρθῶς γ’ , ὁτιὴ νήφοντες οὐχ ὑγιαίνομεν ·
1229 ἢν τοὺς Ἀθηναίους ἐγὼ πείσω λέγων ,
1230 μεθύοντες ἀεὶ πανταχοῖ πρεσβεύσομεν .
1231 νῦν μὲν γὰρ ὅταν ἔλθωμεν ἐς Λακεδαίμονα
1232 νήφοντες , εὐθὺς βλέπομεν τι ταράξομεν ·
1233 ὥσθ’ τι μὲν ἂν λέγωσιν οὐκ ἀκούομεν ,
1234 δ’ οὐ λέγουσι , ταῦθ’ ὑπονενοήκαμεν ,
1235 ἀγγέλλομεν δ’ οὐ ταὐτὰ τῶν αὐτῶν πέρι .
1236 νυνὶ δ’ ἅπαντ’ ἤρεσκεν · ὥστ’ εἰ μέν γέ τις
1237 ᾄδοι Τελαμῶνος , Κλειταγόρας ᾄδειν δέον ,
1238 ἐπῃνέσαμεν ἂν καὶ προσεπιωρκήσαμεν .
1239 ἀλλ’ οὑτοιὶ γὰρ αὖθις ἔρχονται πάλιν
1240 ἐς ταὐτόν . οὐκ ἐρρήσετ’ μαστιγίαι ;
1241 νὴ τὸν Δί’ ὡς ἤδη γε χωροῦσ’ ἔνδοθεν .