Λυσιστράτη
1112 ἀλλ’ οὐχὶ χαλεπὸν τοὔργον , εἰ λάβοι γέ τις
1113 ὀργῶντας ἀλλήλων τε μὴ ’κπειρωμένους .
1114 τάχα δ’ εἴσομαι ’γώ . ποῦ ’στιν Διαλλαγή ;
1115 πρόσαγε λαβοῦσα πρῶτα τοὺς Λακωνικούς ,
1116 καὶ μὴ χαλεπῇ τῇ χειρὶ μηδ’ αὐθαδικῇ ,
1117 μηδ’ ὥσπερ ἡμῶν ἅνδρες ἀμαθῶς τοῦτ’ ἔδρων ,
1118 ἀλλ’ ὡς γυναῖκας εἰκός , οἰκείως πάνυ ,
1119 ἢν μὴ διδῷ τὴν χεῖρα , τῆς σάθης ἄγε .
1120 ἴθι καὶ σὺ τούτους τοὺς Ἀθηναίους ἄγε ,
1121 οὗ δ’ ἂν διδῶσι πρόσαγε τούτους λαβομένη .
1122 ἄνδρες Λάκωνες στῆτε παρ’ ἐμὲ πλησίον ,
1123 ἐνθένδε δ’ ὑμεῖς , καὶ λόγων ἀκούσατε .
1124 ἐγὼ γυνὴ μέν εἰμι , νοῦς δ’ ἔνεστί μοι ,
1125 αὐτὴ δ’ ἐμαυτῆς οὐ κακῶς γνώμης ἔχω ,
1126 τοὺς δ’ ἐκ πατρός τε καὶ γεραιτέρων λόγους
1127 πολλοὺς ἀκούσασ’ οὐ μεμούσωμαι κακῶς .
1128 λαβοῦσα δ’ ὑμᾶς λοιδορῆσαι βούλομαι
1129 κοινῇ δικαίως , οἳ μιᾶς ἐκ χέρνιβος
1130 βωμοὺς περιρραίνοντες ὥσπερ ξυγγενεῖς
1131 Ὀλυμπίασιν , ἐν Πύλαις , Πυθοῖ " πόσους "
1132 " εἴποιμ’ ἂν ἄλλους , εἴ με μηκύνειν δέοι ; "
1133 ἐχθρῶν παρόντων βαρβάρων στρατεύματι
1134 Ἕλληνας ἄνδρας καὶ πόλεις ἀπόλλυτε .
1135 εἷς μὲν λόγος μοι δεῦρ’ ἀεὶ περαίνεται .