Χορὸς
959 ἐν δεινῷ γ’ δύστηνε κακῷ
960 τείρει ψυχὴν ἐξαπατηθείς .
961 κἄγωγ’ οἰκτίρω σ’ αἰαῖ .
962 ποῖος γὰρ ἂν νέφρος ἀντίσχοι ,
963 ποία ψυχή , ποῖοι δ’ ὄρχεις ,
964 ποία δ’ ὀσφῦς , ποῖος δ’ ὄρρος
965 κατατεινόμενος
966 καὶ μὴ βινῶν τοὺς ὄρθρους ;
Κινησίας
967 Ζεῦ δεινῶν ἀντισπασμῶν .
Χορὸς
968 ταυτὶ μέντοι νυνί σ’ ἐποίησ’
969 παμβδελυρὰ καὶ παμμυσαρά .
Κινησίας
970 μὰ Δί’ ἀλλὰ φίλη καὶ παγγλυκερά .
Χορὸς
971 ποία γλυκερά ; μιαρὰ μιαρά .
Κινησίας
972 μιαρὰ δῆτ’ Ζεῦ Ζεῦ ·
973 εἴθ’ αὐτὴν ὥσπερ τοὺς θωμοὺς
974 μεγάλῳ τυφῷ καὶ πρηστῆρι
975 ξυστρέψας καὶ ξυγγογγύλας
976 οἴχοιο φέρων , εἶτα μεθείης ,
977 δὲ φέροιτ’ αὖ πάλιν ἐς τὴν γῆν ,
978 κᾆτ’ ἐξαίφνης
979 περὶ τὴν ψωλὴν περιβαίη .
Κῆρυξ
980 πᾷ τᾶν Ἀσανᾶν ἐστιν γερωχία
981 τοὶ πρυτάνιες ; λῶ τι μυσίξαι νέον .
Κινησίας
982 σὺ δ’ εἶ πότερον ἄνθρωπος κονίσαλος ;
Κῆρυξ
983 κᾶρυξ ἐγὼν κυρσάνιε ναὶ τὼ σιὼ
984 ἔμολον ἀπὸ Σπάρτας περὶ τᾶν διαλλαγᾶν .