Κινησίας
936 ἅνθρωπος ἐπιτρίψει με διὰ τὰ στρώματα .
Μυρρίνη
937 ἔπαιρε σαυτόν .
Κινησίας
ἀλλ’ ἐπῆρται τοῦτό γε .
Μυρρίνη
938 βούλει μυρίσω σε ;
Κινησίας
μὰ τὸν Ἀπόλλω μὴ μέ γε .
Μυρρίνη
939 νὴ τὴν Ἀφροδίτην ἤν τε βούλῃ γ’ ἤν τε μή .
Κινησίας
940 εἴθ’ ἐκχυθείη τὸ μύρον Ζεῦ δέσποτα .
Μυρρίνη
941 πρότεινέ νυν τὴν χεῖρα κἀλείφου λαβών .
Κινησίας
942 οὐχ ἡδὺ τὸ μύρον μὰ τὸν Ἀπόλλω τουτογί ,
943 εἰ μὴ διατριπτικόν γε κοὐκ ὄζον γάμων .
Μυρρίνη
944 τάλαιν’ ἐγὼ τὸ Ῥόδιον ἤνεγκον μύρον .
Κινησίας
945 ἀγαθόν · ἔα αὔτ’ δαιμονία .
Μυρρίνη
ληρεῖς ἔχων .
Κινησίας
946 κάκιστ’ ἀπόλοιθ’ πρῶτος ἑψήσας μύρον .
Μυρρίνη
947 λαβὲ τόνδε τὸν ἀλάβαστον .
Κινησίας
ἀλλ’ ἕτερον ἔχω .
948 ἀλλ’ ᾠζυρὰ κατάκεισο καὶ μή μοι φέρε
949 μηδέν .
Μυρρίνη
ποιήσω ταῦτα νὴ τὴν Ἄρτεμιν .
950 ὑπολύομαι γοῦν . ἀλλ’ ὅπως φίλτατε
951 σπονδὰς ποιεῖσθαι ψηφιεῖ .
Κινησίας
βουλεύσομαι .
952 ἀπολώλεκέν με κἀπιτέτριφεν γυνὴ
953 τά τ’ ἄλλα πάντα κἀποδείρασ’ οἴχεται .
954 οἴμοι τί πάθω ; τίνα βινήσω
955 τῆς καλλίστης πασῶν ψευσθείς ;
956 πῶς ταυτηνὶ παιδοτροφήσω ;
957 ποῦ Κυναλώπηξ ;
958 μίσθωσόν μοι τὴν τίτθην .