Πρόβουλος
531 περὶ τὴν κεφαλήν ; μή νυν ζῴην .
Λυσιστράτη
ἀλλ’ εἰ τοῦτ’ ἐμπόδιόν σοι ,
532 παρ’ ἐμοῦ τουτὶ τὸ κάλυμμα λαβὼν
533 ἔχε καὶ περίθου περὶ τὴν κεφαλήν ,
534 κᾆτα σιώπα
535 καὶ τοῦτον τὸν καλαθίσκον .
536 κᾆτα ξαίνειν ξυζωσάμενος
537 κυάμους τρώγων ·
538 πόλεμος δὲ γυναιξὶ μελήσει .
Χορὸς
539 αἰρώμεθ’ γυναῖκες ἀπὸ τῶν καλπίδων , ὅπως ἂν
540 ἐν τῷ μέρει χἠμεῖς τι ταῖς φίλαισι συλλάβωμεν .
541 ἔγωγε γὰρ ἂν οὔποτε κάμοιμ’ ἂν ὀρχουμένη ,
542 οὐδὲ τὰ γόνατα κόπος ἕλοι μου καματηρός ·
543 ἐθέλω δ’ ἐπὶ πᾶν ἰέναι
544 μετὰ τῶνδ’ ἀρετῆς ἕνεχ’ , αἷς
545 ἔνι φύσις , ἔνι χάρις , ἔνι θράσος ,
546 ἔνι δὲ σοφόν , ἔνι δὲ φιλόπολις
547 ἀρετὴ φρόνιμος .
549 ἀλλ’ τηθῶν ἀνδρειοτάτων καὶ μητριδίων ἀκαληφῶν ,
550 χωρεῖτ’ ὀργῇ καὶ μὴ τέγγεσθ’ · ἔτι γὰρ νῦν οὔρια θεῖτε .