Λυσιστράτη
503 ἡμεῖς φράσομεν .
Πρόβουλος
λέγε δὴ ταχέως , ἵνα μὴ κλάῃς ,
Λυσιστράτη
ἀκροῶ δή ,
504 καὶ τὰς χεῖρας πειρῶ κατέχειν .
Πρόβουλος
ἀλλ’ οὐ δύναμαι · χαλεπὸν γὰρ
505 ὑπὸ τῆς ὀργῆς αὐτὰς ἴσχειν .
Γυνὴ
κλαύσει τοίνυν πολὺ μᾶλλον .
Πρόβουλος
506 τοῦτο μὲν γραῦ σαυτῇ κρώξαις · σὺ δέ μοι λέγε .
Λυσιστράτη
ταῦτα ποιήσω .
507 ἡμεῖς τὸν μὲν πρότερον πόλεμον καὶ τὸν χρόνον ἠνεσχόμεθα
508 ὑπὸ σωφροσύνης τῆς ἡμετέρας τῶν ἀνδρῶν ἅττ’ ἐποιεῖτε .
509 οὐ γὰρ γρύζειν εἰᾶθ’ ἡμᾶς . καίτοὐκ ἠρέσκετέ γ’ ἡμᾶς .
510 ἀλλ’ ᾐσθανόμεσθα καλῶς ὑμῶν , καὶ πολλάκις ἔνδον ἂν οὖσαι
511 ἠκούσαμεν ἄν τι κακῶς ὑμᾶς βουλευσαμένους μέγα πρᾶγμα ·
512 εἶτ’ ἀλγοῦσαι τἄνδοθεν ὑμᾶς ἐπανηρόμεθ’ ἂν γελάσασαι ,
513 " τί βεβούλευται περὶ τῶν σπονδῶν ἐν τῇ στήλῃ παραγράψαι "
514 " ἐν τῷ δήμῳ τήμερονὑμῖν ; " " τίδὲ σοὶ ταῦτ’ ; " δ’ ὃς ἂν ἁνήρ .
515 " οὐ σιγήσει ; " κἀγὼ ἐσίγων .
Γυνὴ
ἀλλ’ οὐκ ἂν ἐγώ ποτ’ ἐσίγων .