Καλονίκη
167 εἴ τοι δοκεῖ σφῷν ταῦτα , χἠμῖν ξυνδοκεῖ .
Λαμπιτώ
168 καὶ τὼς μὲν ἁμῶν ἄνδρας ἁμὲς πείσομες
169 παντᾷ δικαίως ἄδολον εἰράναν ἄγειν ·
170 τὸν τῶν Ἀσαναίων γα μὰν ῥυάχετον
171 πᾷ κά τις ἀμπείσειεν αὖ μὴ πλαδδιῆν ;
Λυσιστράτη
172 ἡμεῖς ἀμέλει σοι τά γε παρ’ ἡμῖν πείσομεν .
Λαμπιτώ
173 οὐχ ἇς πόδας κ’ ἔχωντι ταὶ τριήρεες ,
174 καὶ τὠργύριον τὤβυσσον πὰρ τᾷ σιῷ .
Λυσιστράτη
175 ἀλλ’ ἔστι καὶ τοῦτ’ εὖ παρεσκευασμένον ·
176 καταληψόμεθα γὰρ τὴν ἀκρόπολιν τήμερον .
177 ταῖς πρεσβυτάταις γὰρ προστέτακται τοῦτο δρᾶν ,
178 ἕως ἂν ἡμεῖς ταῦτα συντιθώμεθα ,
179 θύειν δοκούσαις καταλαβεῖν τὴν ἀκρόπολιν .
Λαμπιτώ
180 παντᾷ κ’ ἔχοι , καὶ τᾷδε γὰρ λέγεις καλῶς .
Λυσιστράτη
181 τί δῆτα ταῦτ’ οὐχ ὡς τάχιστ’ Λαμπιτοῖ
182 ξυνωμόσαμεν , ὅπως ἂν ἀρρήκτως ἔχῃ ;
Λαμπιτώ
183 πάρφαινε μὰν τὸν ὅρκον , ὡς ὀμιόμεθα .
Λυσιστράτη
184 καλῶς λέγεις . ποῦ ’σθ’ Σκύθαινα ; ποῖ βλέπεις ;
185 θὲς ἐς τὸ πρόσθεν ὑπτίαν τὴν ἀσπίδα ,
186 καί μοι δότω τὰ τόμιά τις .
Καλονίκη
Λυσιστράτη
187 τίν’ ὅρκον ὁρκώσεις ποθ’ ἡμᾶς ;
Λυσιστράτη
ὅντινα ;
188 εἰς ἀσπίδ’ , ὥσπερ φάσ’ ἐν Αἰσχύλῳ ποτέ ,