Λυσιστράτη
145 φιλτάτη σὺ καὶ μόνη τούτων γυνή .
Καλονίκη
146 εἰ δ’ ὡς μάλιστ’ ἀπεχοίμεθ’ οὗ σὺ δὴ λέγεις ,
147 μὴ γένοιτο , μᾶλλον ἂν διὰ τουτογὶ
148 γένοιτ’ ἂν εἰρήνη ;
Λυσιστράτη
πολύ γε νὴ τὼ θεώ .
149 εἰ γὰρ καθοίμεθ’ ἔνδον ἐντετριμμέναι ,
150 κἀν τοῖς χιτωνίοισι τοῖς Ἀμοργίνοις
151 γυμναὶ παρίοιμεν δέλτα παρατετιλμέναι ,
152 στύοιντο δ’ ἅνδρες κἀπιθυμοῖεν σπλεκοῦν ,
153 ἡμεῖς δὲ μὴ προσίοιμεν ἀλλ’ ἀπεχοίμεθα ,
154 σπονδὰς ποιήσαιντ’ ἂν ταχέως , εὖ οἶδ’ ὅτι .
Λαμπιτώ
155 γῶν Μενέλαος τᾶς Ἑλένας τὰ μᾶλά πᾳ
156 γυμνᾶς παραϊδὼν ἐξέβαλ’ , οἰῶ , τὸ ξίφος .
Καλονίκη
157 τί δ’ ἢν ἀφιῶσ’ ἅνδρες ἡμᾶς μέλε ;
Λυσιστράτη
158 τὸ τοῦ Φερεκράτους , κύνα δέρειν δεδαρμένην .
Καλονίκη
159 φλυαρία ταῦτ’ ἐστὶ τὰ μεμιμημένα .
160 ἐὰν λαβόντες δ’ ἐς τὸ δωμάτιον βίᾳ
161 ἕλκωσιν ἡμᾶς ;
Λυσιστράτη
ἀντέχου σὺ τῶν θυρῶν .
Καλονίκη
162 ἐὰν δὲ τύπτωσιν ;
Λυσιστράτη
παρέχειν χρὴ κακὰ κακῶς .
163 οὐ γὰρ ἔνι τούτοις ἡδονὴ τοῖς πρὸς βίαν .
164 κἄλλως ὀδυνᾶν χρή · κἀμέλει ταχέως πάνυ
165 ἀπεροῦσιν . οὐ γὰρ οὐδέποτ’ εὐφρανθήσεται
166 ἀνήρ , ἐὰν μὴ τῇ γυναικὶ συμφέρῃ .