Δῆμος
954 δημοῦ βοείου θρῖον ἐξωπτημένον .
Ἀλλαντοπώλης
955 οὐ τοῦτ’ ἔνεστιν .
Δῆμος
οὐ τὸ θρῖον ; ἀλλὰ τί ;
Ἀλλαντοπώλης
956 λάρος κεχηνὼς ἐπὶ πέτρας δημηγορῶν .
Δῆμος
957 αἰβοῖ τάλας .
Ἀλλαντοπώλης
957 τί ἔστιν ;
Δῆμος
ἀπόφερ’ ἐκποδών .
958 οὐ τὸν ἐμὸν εἶχεν ἀλλὰ τὸν Κλεωνύμου .
959 παρ’ ἐμοῦ δὲ τουτονὶ λαβὼν ταμίευέ μοι .
Κλέων
960 μὴ δῆτά πώ γ’ δέσποτ’ , ἀντιβολῶ σ’ ἐγώ ,
961 πρὶν ἄν γε τῶν χρησμῶν ἀκούσῃς τῶν ἐμῶν .
Ἀλλαντοπώλης
962 καὶ τῶν ἐμῶν νυν .
Κλέων
ἀλλ’ ἐὰν τούτῳ πίθῃ ,
963 μολγὸν γενέσθαι δεῖ σε .
Ἀλλαντοπώλης
κἄν γε τουτῳί ,
964 ψωλὸν γενέσθαι δεῖ σε μέχρι τοῦ μυρρίνου .
Κλέων
965 ἀλλ’ οἵ γ’ ἐμοὶ λέγουσιν ὡς ἄρξαι σε δεῖ
966 χώρας ἁπάσης ἐστεφανωμένον ῥόδοις .
Ἀλλαντοπώλης
967 οὑμοὶ δέ γ’ αὖ λέγουσιν ὡς ἁλουργίδα
968 ἔχων κατάπαστον καὶ στεφάνην ἐφ’ ἅρματος
969 χρυσοῦ διώξει Σμικύθην καὶ κύριον .
Χορός
970 καὶ μὴν ἔνεγκ’ αὐτοὺς ἰών , ἵν’ οὑτοσὶ
971 αὐτῶν ἀκούσῃ .
Δῆμος
πάνυ γε . καὶ σύ νυν φέρε .
Κλέων
972 ἰδού .
Ἀλλαντοπώλης
ἰδοὺ νὴ τὸν Δί’ · οὐδὲν κωλύει .