Χορός
973 ἥδιστον φάος ἡμέρας
974 ἔσται τοῖσι παροῦσι καὶ
975 τοῖσι δεῦρ’ ἀφικνουμένοις ,
976 ἢν Κλέων ἀπόληται .
977 καίτοι πρεσβυτέρων τινῶν
978 οἵων ἀργαλεωτάτων
979 ἐν τῷ δείγματι τῶν δικῶν
980 ἤκουσ’ ἀντιλεγόντων ,
981 ὡς εἰ μὴ ’γένεθ’ οὗτος ἐν
982 τῇ πόλει μέγας , οὐκ ἂν ἤστην
983 σκεύη δύο χρησίμω ,
984 δοῖδυξ οὐδὲ τορύνη .
985 ἀλλὰ καὶ τόδ’ ἔγωγε θαυμάζω
986 τῆς ὑομουσίας
987 αὐτοῦ · φασὶ γὰρ αὐτὸν οἱ
988 παῖδες οἳ ξυνεφοίτων ,
989 τὴν Δωριστὶ μόνην ἂν ἁρμόττεσθαι
990 θαμὰ τὴν λύραν ,
991 ἄλλην δ’ οὐκ ἐθέλειν μαθεῖν ·
992 κᾆτα τὸν κιθαριστὴν
993 ὀργισθέντ’ ἀπάγειν κελεύειν ,
994 ὡς ἁρμονίαν παῖς
995 οὗτος οὐ δύναται μαθεῖν
996 ἢν μὴ Δωροδοκιστί .
Κλέων
997 ἰδοὺ θέασαι , κοὐχ ἅπαντας ἐκφέρω .
Ἀλλαντοπώλης
998 οἴμ’ ὡς χεσείω , κοὐχ ἅπαντας ἐκφέρω .
Δῆμος
999 ταυτὶ τί ἔστι ;
Κλέων
999 λόγια .
Δῆμος
πάντ’ ;
Κλέων
ἐθαύμασας ;
1000 καὶ νὴ Δί’ ἔτι γέ μοὔστι κιβωτὸς πλέα .
Ἀλλαντοπώλης
1001 ἐμοὶ δ’ ὑπερῷον καὶ ξυνοικία δύο .
Δῆμος
1002 φέρ’ ἴδω , τίνος γάρ εἰσιν οἱ χρησμοί ποτε ;
Κλέων
1003 οὑμοὶ μέν εἰσι Βάκιδος .
Δῆμος
οἱ δὲ σοὶ τίνος ;