Ἀλλαντοπώλης
927 ἐγὼ δ’ ἀπειλήσω μὲν οὐδέν ,
928 εὔχομαι δέ σοι ταδί ·
929 τὸ μὲν τάγηνον τευθίδων
930 ἐφεστάναι σίζον · σὲ δὲ
931 γνώμην ἐρεῖν μέλλοντα περὶ
932 Μιλησίων καὶ κερδανεῖν
933 τάλαντον , ἢν κατεργάσῃ ,
934 σπεύδειν ὅπως τῶν τευθίδων
935 ἐμπλήμενος φθαίης ἔτ’ εἰς
936 ἐκκλησίαν ἐλθών · ἔπειτα
937 πρὶν φαγεῖν ἀνὴρ μεθήκοι ,
938 καὶ σὺ τὸ τάλαντον λαβεῖν
939 βουλόμενος ἐσθίων
940 ἐναποπνιγείης .
Χορός
941 εὖ γε νὴ τὸν Δία καὶ τὸν Ἀπόλλω καὶ τὴν Δήμητρα .
Δῆμος
942 κἀμοὶ δοκεῖ · καὶ τἄλλα γ’ εἶναι καταφανῶς
943 ἀγαθὸς πολίτης , οἶος οὐδείς πω χρόνου
945 ἀνὴρ γεγένηται τοῖσι πολλοῖς τοὐβολοῦ .
946 σὺ δ’ Παφλαγὼν φάσκων φιλεῖν μ’ ἐσκορόδισας .
947 καὶ νῦν ἀπόδος τὸν δακτύλιον , ὡς οὐκέτι
948 ἐμοὶ ταμιεύσεις .
Κλέων
ἔχε · τοσοῦτον δ’ ἴσθ’ ὅτι ,
949 εἰ μή μ’ ἐάσεις ἐπιτροπεύειν , ἕτερος αὖ
950 ἐμοῦ πανουργότερός τις ἀναφανήσεται .
Δῆμος
951 οὐκ ἔσθ’ ὅπως δακτύλιός ἐσθ’ οὑτοσὶ
952 οὑμός · τὸ γοῦν σημεῖον ἕτερον φαίνεται ,
953 ἀλλ’ οὐ καθορῶ .
Ἀλλαντοπώλης
φέρ’ ἴδω τί σοι σημεῖον ἦν ;