Κλέων
904 ἀλλ’ οὐχὶ νικήσεις . ἐγὼ γάρ φημί σοι παρέξειν
905 Δῆμε μηδὲν δρῶντι μισθοῦ τρύβλιον ῥοφῆσαι .
Ἀλλαντοπώλης
906 ἐγὼ δὲ κυλίχνιόν γέ σοι καὶ φάρμακον δίδωμι
907 τἀν τοῖσιν ἀντικνημίοις ἑλκύδρια περιαλείφειν .
Κλέων
908 ἐγὼ δὲ τὰς πολιάς γέ σοὐκλέγων νέον ποιήσω .
Ἀλλαντοπώλης
909 ἰδοὺ δέχου κέρκον λαγῶ τὠφθαλμιδίω περιψῆν .
Κλέων
910 ἀπομυξάμενος Δῆμέ μου πρὸς τὴν κεφαλὴν ἀποψῶ .
Ἀλλαντοπώλης
911 ἐμοῦ μὲν οὖν .
Κλέων
ἐμοῦ μὲν οὖν .
912 ἐγώ σε ποιήσω τριηραρχεῖν
913 ἀναλίσκοντα τῶν
914 σαυτοῦ , παλαιὰν ναῦν ἔχοντ’ ,
915 εἰς ἣν ἀναλῶν οὐκ ἐφέξεις
916 οὐδὲ ναυπηγούμενος ·
917 διαμηχανήσομαί θ’ ὅπως
918 ἂν ἱστίον σαπρὸν λάβῃς .
Χορός
919 ἁνὴρ παφλάζει , παῦε παῦ’ ,
920 ὑπερζέων · ὑφελκτέον
921 τῶν δᾳδίων ἀπαρυστέον
922 τε τῶν ἀπειλῶν ταυτῃί .
Κλέων
923 δώσεις ἐμοὶ καλὴν δίκην
924 ἰπούμενος ταῖς ἐσφοραῖς .
925 ἐγὼ γὰρ ἐς τοὺς πλουσίους
926 σπεύσω σ’ ὅπως ἂν ἐγγραφῇς .