Χορός
683 πάντα τοι πέπραγας οἷα χρὴ τὸν εὐτυχοῦντα ·
684 ηὗρε δ’ πανοῦργος ἕτερον πολὺ πανουργίαις
685 μείζοσι κεκασμένον
686 καὶ δόλοισι ποικίλοις
687 ῥήμασίν θ’ αἱμύλοις .
688 ἀλλ’ ὅπως ἀγωνιεῖ φρόντιζε
689 τἀπίλοιπ’ ἄριστα ·
690 συμμάχους δ’ ἡμᾶς ἔχων εὔνους
690a ἐπίστασαι πάλαι .
Ἀλλαντοπώλης
691 καὶ μὴν Παφλαγὼν οὑτοσὶ προσέρχεται ,
692 ὠθῶν κολόκυμα καὶ ταράττων καὶ κυκῶν ,
693 ὡς δὴ καταπιόμενός με . μορμὼ τοῦ θράσους .
Κλέων
694 εἰ μή σ’ ἀπολέσαιμ’ , εἴ τι τῶν αὐτῶν ἐμοὶ
695 ψευδῶν ἐνείη , διαπέσοιμι πανταχῇ .
Ἀλλαντοπώλης
696 ἥσθην ἀπειλαῖς , ἐγέλασα ψολοκομπίαις ,
697 ἀπεπυδάρισα μόθωνα , περιεκόκκασα .
Κλέων
698 οὔτοι μὰ τὴν Δήμητρ’ , ἐὰν μή σ’ ἐκφάγω
699 ἐκ τῆσδε τῆς γῆς , οὐδέποτε βιώσομαι .
Ἀλλαντοπώλης
700 ἣν μὴ κ’φάγῃς ; ἐγὼ δέ γ’ , ἢν μή σ’ ἐκπίω
701 κἀπεκροφήσας αὐτὸς ἐπιδιαρραγῶ .
Κλέων
702 ἀπολῶ σε νὴ τὴν προεδρίαν τὴν ἐκ Πύλου .
Ἀλλαντοπώλης
703 ἰδοὺ προεδρίαν · οἷον ὅψομαί σ’ ἐγὼ
704 ἐκ τῆς προεδρίας ἔσχατον θεώμενον .
Κλέων
705 ἐν τῷ ξύλῳ δήσω σε νὴ τὸν οὐρανόν .
Ἀλλαντοπώλης
706 ὡς ὀξύθυμος . φέρε τί σοι δῶ καταφαγεῖν ;
707 ἐπὶ τῷ φάγοις ἥδιστ’ ἄν ; ἐπὶ βαλλαντίῳ ;