Κλέων
708 ἐξαρπάσομαί σου τοῖς ὄνυξι τἄντερα .
Ἀλλαντοπώλης
709 ἀπονυχιῶ σου τἀν πρυτανείῳ σιτία .
Κλέων
710 ἕλξω σε πρὸς τὸν δῆμον , ἵνα δῷς μοι δίκην .
Ἀλλαντοπώλης
711 κἀγὼ δέ σ’ ἕλξω καὶ διαβαλῶ πλείονα .
Κλέων
712 ἀλλ’ πόνηρε σοὶ μὲν οὐδὲν πείθεται ·
713 ἐγὼ δ’ ἐκείνου καταγελῶ γ’ ὅσον θέλω .
Ἀλλαντοπώλης
714 ὡς σφόδρα σὺ τὸν δῆμον σεαυτοῦ νενόμικας .
Κλέων
715 ἐπίσταμαι γὰρ αὐτὸν οἷς ψωμίζεται .
Ἀλλαντοπώλης
716 κᾆθ’ ὥσπερ αἱ τίτθαι γε σιτίζεις κακῶς .
717 μασώμενος γὰρ τῷ μὲν ὀλίγον ἐντίθης ,
718 αὐτὸς δ’ ἐκείνου τριπλάσιον κατέσπακας .
Κλέων
719 καὶ νὴ Δί’ ὑπό γε δεξιότητος τῆς ἐμῆς
720 δύναμαι ποιεῖν τὸν δῆμον εὐρὺν καὶ στενόν .
Ἀλλαντοπώλης
721 χὠ πρωκτὸς οὑμὸς τουτογὶ σοφίζεται .
Κλέων
722 οὐκ ὦγάθ’ ἐν βουλῇ με δόξεις καθυβρίσαι .
723 ἴωμεν ἐς τὸν δῆμον .
Ἀλλαντοπώλης
οὐδὲν κωλύει ·
724 ἰδοὺ βάδιζε , μηδὲν ἡμᾶς ἰσχέτω .
Κλέων
725 Δῆμε δεῦρ’ ἔξελθε .
Ἀλλαντοπώλης
νὴ Δί’ πάτερ
726 ἔξελθε δῆτ’ .
Κλέων
Δημίδιον φίλτατον
727 ἔξελθ’ , ἵν’ εἰδῇς οἷα περιυβρίζομαι .
Δῆμος
728 τίνες οἱ βοῶντες ; οὐκ ἄπιτ’ ἀπὸ τῆς θύρας ;
729 τὴν εἰρεσιώνην μου κατεσπαράξατε .