Ἀλλαντοπώλης
624 καὶ μὴν ἀκοῦσαί γ’ ἄξιον τῶν πραγμάτων .
625 εὐθὺς γὰρ αὐτοῦ κατόπιν ἐνθένδ’ ἱέμην ·
626 δ’ ἄρ’ ἔνδον ἐλασίβροντ’ ἀναρρηγνὺς ἔπη
627 τερατευόμενος ἤρειδε κατὰ τῶν ἱππέων ,
628 κρημνοὺς ἐρείδων καὶ ξυνωμότας λέγων
629 πιθανώταθ’ · βουλὴ δ’ ἅπασ’ ἀκροωμένη
630 ἐγένεθ’ ὑπ’ αὐτοῦ ψευδατραφάξυος πλέα ,
631 κἄβλεψε νᾶπυ καὶ τὰ μέτωπ’ ἀνέσπασεν .
632 κἄγωγ’ ὅτε δὴ γ’νων ἐνδεχομένην τοὺς λόγους
633 καὶ τοῖς φενακισμοῖσιν ἐξαπατωμένην ,
634 " ἄγε δὴ Σκίταλοι καὶ Φένακες , " ἦν δ’ ἐγώ ,
635 " Βερέσχεθοί τε καὶ Κόβαλοι καὶ Μόθων , "
636 " ἀγορά τ’ ἐν παῖς ὢν ἐπαιδεύθην ἐγώ , "
637 " νῦν μοι φράσος καὶ γλῶτταν εὔπορον δότε "
638 " φωνήν τ’ ἀναιδῆ . " ταῦτα φροντίζοντί μοι
639 ἐκ δεξιᾶς ἀπέπαρδε καταπύγων ἀνήρ .
640 κἀγὼ προσέκυσα · κᾆτα τῷ πρωκτῷ θενὼν
641 τὴν κιγκλίδ’ ἐξήραξα κἀναχανὼν μέγα
642 ἀνέκραγον · " βουλὴ λόγους ἀγαθοὺς φέρων "
643 " εὐαγγελίσασθαι πρῶτον ὑμῖν βούλομαι · "
644 " ἐξ οὗ γὰρ ἡμῖν πόλεμος κατερράγη , "
645 " οὐπώποτ’ ἀφύας εἶδον ἀξιωτέρας . "
646 τῶν δ’ εὐθέως τὰ πρόσωπα διεγαλήνισεν ·
647 εἶτ’ ἐστεφάνουν μ’ εὐαγγέλια · κἀγὼ φρασα
648 αὐτοῖς ἀπόρρητον ποιησάμενος ταχύ ,
649 ἵνα τὰς ἀφύας ὠνοῖντο πολλὰς τοὐβολοῦ ,
650 τῶν δημιουργῶν ξυλλαβεῖν τὰ τρύβλια .
651 οἱ δ’ ἀνεκρότησαν καὶ πρὸς ἔμ’ ἐκεχήνεσαν .
652 δ’ ὑπονοήσας Παφλαγών , εἰδὼς ἄρα
653 οἶς ἥδεθ’ βουλὴ μάλιστα ῥήμασιν ,
654 γνώμην ἔλεξεν · " ἄνδρες , ἤδη μοι δοκεῖ "
655 " ἐπὶ συμφοραῖς ἀγαθαῖσιν εἰσηγγελμέναις "
656 " εὐαγγέλια θύειν ἑκατὸν βοῦς τῇ θεῷ . "
657 ἐπένευσεν εἰς ἐκεῖνον βουλὴ πάλιν .
658 κἄγωγ’ ὅτε δὴ γ’νων τοῖς βολίτοις ἡττημένος ,
659 διακοσίαισι βουσὶν ὑπερηκόντισα ,
660 τῇ δ’ Ἀγροτέρᾳ κατὰ χιλιῶν παρῄνεσα
661 εὐχὴν ποιήσασθαι χιμάρων εἰς αὔριον ,
662 αἱ τριχίδες εἰ γενοίαθ’ ἑκατὸν τοὐβολοῦ .
663 ἐκαραδόκησεν εἰς ἔμ’ βουλὴ πάλιν .
664 δὲ ταῦτ’ ἀκούσας ἐκπλαγεὶς ἐφληνάφα .
665 κᾆθ’ εἷλκον αὐτὸν οἱ πρυτάνεις χοἰ τοξόται .
666 οἱ δ’ ἐθορύβουν περὶ τῶν ἀφύων ἑστηκότες ·
667 δ’ ἠντεβόλει γ’ αὐτοὺς ὀλίγον μεῖναι χρόνον ,
668 " ἵν’ ἅτθ’ κῆρυξ οὑκ Λακεδαίμονος λέγει "
669 " πύθησθ’ , ἀφῖκται γὰρ περὶ σπονδῶν , " λέγων .
670 οἱ δ’ ἐξ ἑνὸς στόματος ἅπαντες ἀνέκραγον ·
671 " νυνὶ περὶ σπονδῶν ; ἐπειδή γ’ μέλε "
672 " ᾔσθοντο τὰς ἀφύας παρ’ ἡμῖν ἀξίας . "
673 " οὐ δεόμεθα σπονδῶν · πόλεμος ἑρπέτω . "
674 ἐκεκράγεσάν τε τοὺς πρυτάνεις ἀφιέναι ·
675 εἶθ’ ὑπερεπήδων τοὺς δρυφάκτους πανταχῇ .
676 ἐγὼ δὲ τὰ κορίανν’ ἐπριάμην ὑποδραμὼν
677 ἅπαντα τά τε γήτεἰ ὅσ’ ἦν ἐν τἀγορᾷ ·
678 ἔπειτα ταῖς ἀφύαις ἐδίδουν ἡδύσματα
679 ἀποροῦσιν αὐτοῖς προῖκα κἀχαριζόμην .
680 οἱ δ’ ὑπερεπῄνουν ὑπερεπύππαζόν τέ με
681 ἅπαντες οὕτως ὥστε τὴν βουλὴν ὅλην
682 ὀβολοῦ κοριάννοις ἀναλαβὼν ἐλήλυθα .