Διόνυσος
1451 εὖ γ’ Παλάμηδες , σοφωτάτη φύσις .
1452 ταυτὶ πότερ’ αὐτὸς ηὗρες Κηφισοφῶν ;
Εὐριπίδης
1453 ἐγὼ μόνος · τὰς δ’ ὀξίδας Κηφισοφῶν .
1454 τί δαὶ σύ ; τί λέγεις ;
Αἰσχύλος
τὴν πόλιν νῦν μοι φράσον
1455 πρῶτον τίσι χρῆται · πότερα τοῖς χρηστοῖς ;
Διόνυσος
πόθεν ;
1456 μισεῖ κάκιστα .
Αἰσχύλος
τοῖς πονηροῖς δ’ ἥδεται ;
Διόνυσος
1457 οὐ δῆτ’ ἐκείνη γ’ , ἀλλὰ χρῆται πρὸς βίαν .
Αἰσχύλος
1458 πῶς οὖν τις ἂν σώσειε τοιαύτην πόλιν ,
1459 μήτε χλαῖνα μήτε σισύρα συμφέρει ;
Διόνυσος
1460 εὕρισκε νὴ Δί’ , εἴπερ ἀναδύσει πάλιν .
Αἰσχύλος
1461 ἐκεῖ φράσαιμ’ ἄν · ἐνθαδὶ δ’ οὐ βούλομαι .
Διόνυσος
1462 μὴ δῆτα σύ γ’ , ἀλλ’ ἐνθένδ’ ἀνίει τἀγαθά .
Αἰσχύλος
1463 τὴν γῆν ὅταν νομίσωσι τὴν τῶν πολεμίων
1464 εἶναι σφετέραν , τὴν δὲ σφετέραν τῶν πολεμίων ,
1465 πόρον δὲ τὰς ναῦς ἀπορίαν δὲ τὸν πόρον .
Διόνυσος
1466 εὖ , πλήν γ’ δικαστὴς αὐτὰ καταπίνει μόνος .
Πλούτων
1467 κρίνοις ἄν .
Διόνυσος
αὕτη σφῷν κρίσις γενήσεται ·
1468 αἱρήσομαι γὰρ ὅνπερ ψυχὴ θέλει .
Εὐριπίδης
1469 μεμνημένος νυν τῶν θεῶν οὓς ὤμοσας
1470 μὴν ἀπάξειν μ’ οἴκαδ’ , αἱροῦ τοὺς φίλους .