Αἰσχύλος
1198 καὶ μὴν μὰ τὸν Δί’ οὐ κατ’ ἔπος γέ σου κνίσω
1199 τὸ ῥῆμ’ ἕκαστον , ἀλλὰ σὺν τοῖσιν θεοῖς
1200 ἀπὸ ληκυθίου σου τοὺς προλόγους διαφθερῶ .
Εὐριπίδης
1201 ἀπὸ ληκυθίου σὺ τοὺς ἐμούς ;
Αἰσχύλος
ἑνὸς μόνου .
1202 ποιεῖς γὰρ οὕτως ὥστ’ ἐναρμόττειν ἅπαν ,
1203 καὶ κῳδάριον καὶ ληκύθιον καὶ θύλακον ,
1204 ἐν τοῖς ἰαμβείοισι . δείξω δ’ αὐτίκα .
Εὐριπίδης
1205 ἰδού , σὺ δείξεις ;
Αἰσχύλος
φημί .
Διόνυσος
καὶ δὴ χρὴ λέγειν .
Εὐριπίδης
1206 Αἴγυπτος , ὡς πλεῖστος ἔσπαρται λόγος ,
1207 ξὺν παισὶ πεντήκοντα ναυτίλῳ πλάτῃ
1208 Ἄργος κατασχών
Αἰσχύλος
ληκύθιον ἀπώλεσεν .
Διόνυσος
1209 τουτὶ τί ἦν τὸ ληκύθιον ; οὐ κλαύσεται ;
1210 λέγ’ ἕτερον αὐτῷ πρόλογον , ἵνα καὶ γνῶ πάλιν .
Εὐριπίδης
1211 ʹ Διόνυσος , ὃς θύρσοισι καὶ νεβρῶν δοραῖς
1212 καθαπτὸς ἐν πεύκαισι Παρνασσὸν κάτα
1213 πηδᾷ χορεύων ʹ
Αἰσχύλος
ληκύθιον ἀπώλεσεν .
Διόνυσος
1214 οἴμοι πεπλήγμεθ’ αὖθις ὑπὸ τῆς ληκύθου .
Εὐριπίδης
1215 ἀλλ’ οὐδὲν ἔσται πρᾶγμα · πρὸς γὰρ τουτονὶ
1216 τὸν πρόλογον οὐχ ἕξει προσάψαι λήκυθον .
1217 ʹ οὐκ ἔστιν ὅστις πάντ’ ἀνὴρ εὐδαιμονεῖ ·
1218 γὰρ πεφυκὼς ἐσθλὸς οὐκ ἔχει βίον ,