Διόνυσος
917 οὐχ ἧττον νῦν οἱ λαλοῦντες .
Εὐριπίδης
ἠλίθιος γὰρ ἦσθα ,
918 σάφ’ ἴσθι .
Διόνυσος
κἀμαυτῷ δοκῶ . τί δὲ ταῦτ’ ἔδρασ’ δεῖνα ;
Εὐριπίδης
919 ὑπ’ ἀλαζονείας , ἵν’ θεατὴς προσδοκῶν καθοῖτο ,
920 ὁπόθ’ Νιόβη τι φθέγξεται · τὸ δρᾶμα δ’ ἂν διῄει .
Διόνυσος
921 παμπόνηρος , οἷ’ ἄρ’ ἐφενακιζόμην ὑπ’ αὐτοῦ .
922 τί σκορδινᾷ καὶ δυσφορεῖς ;
Εὐριπίδης
ὅτι αὐτὸν ἐξελέγχω .
923 κἄπειτ’ ἐπειδὴ ταῦτα ληρήσειε καὶ τὸ δρᾶμα
924 ἤδη μεσοίη , ῥήματ’ ἂν βόεια δώδεκ’ εἶπεν ,
925 ὀφρῦς ἔχοντα καὶ λόφους , δείν’ ἄττα μορμορωπά ,
926 ἄγνωτα τοῖς θεωμένοις .
Αἰσχύλος
οἴμοι τάλας .
Διόνυσος
σιώπα .
Εὐριπίδης
927 σαφὲς δ’ ἂν εἶπεν οὐδὲ ἕν
Διόνυσος
μὴ πρῖε τοὺς ὀδόντας .
Εὐριπίδης
928 ἀλλ’ Σκαμάνδρους τάφρους ’π’ ἀσπίδων ἐπόντας
929 γρυπαιέτους χαλκηλάτους καὶ ῥήμαθ’ ἱππόκρημνα ,
930 ξυμβαλεῖν οὐ ῥᾴδι’ ἦν .
Διόνυσος
νὴ τοὺς θεοὺς ἐγὼ γοῦν
931 ἤδη ποτ’ ἐν μακρῷ χρόνῳ νυκτὸς διηγρύπνησα
932 τὸν ξουθὸν ἱππαλεκτρυόνα ζητῶν τίς ἐστιν ὄρνις .
Αἰσχύλος
933 σημεῖον ἐν ταῖς ναυσὶν ὦμαθέστατ’ ἐνεγέγραπτο .
Διόνυσος
934 ἐγὼ δὲ τὸν Φιλοξένου γ’ ᾤμην Ἔρυξιν εἶναι .
Εὐριπίδης
935 εἶτ’ ἐν τραγῳδίαις ἐχρῆν κἀλεκτρυόνα ποιῆσαι ;