Διόνυσος
612 σχέτλια μὲν οὖν καὶ δεινά .
Ξανθίας
καὶ μὴν νὴ Δία
613 εἰ πώποτ’ ἦλθον δεῦρ’ , ἐθέλω τεθνηκέναι ,
614 ’κλεψα τῶν σῶν ἄξιόν τι καὶ τριχός .
615 καί σοι ποιήσω πρᾶγμα γενναῖον πάνυ ·
616 βασάνιζε γὰρ τὸν παῖδα τουτονὶ λαβών ,
617 κἄν ποτέ μ’ ἕλῃς ἀδικοῦντ’ , ἀπόκτεινόν μ’ ἄγων .
Ἄιακος
618 καὶ πῶς βασανίσω ;
Ξανθίας
πάντα τρόπον , ἐν κλίμακι
619 δήσας κρεμάσας ὑστριχίδι μαστιγῶν , δέρων ,
620 στρεβλῶν , ἔτι δ’ ἐς τὰς ῥῖνας ὄξος ἐγχέων ,
621 πλίνθους ἐπιτιθείς , πάντα τἄλλα , πλὴν πράσῳ
622 μὴ τύπτε τοῦτον μηδὲ γητείῳ νέῳ .
Ἄιακος
623 δίκαιος λόγος · κἄν τι πηρώσω γέ σου
624 τὸν παῖδα τύπτων , τἀργύριόν σοι κείσεται .
Ξανθίας
625 μὴ δῆτ’ ἔμοιγ’ . οὕτω δὲ βασάνιζ’ ἀπαγαγών .
Ἄιακος
626 αὐτοῦ μὲν οὖν , ἵνα σοὶ κατ’ ὀφθαλμοὺς λέγῃ .
627 κατάθου σὺ τὰ σκεύη ταχέως , χὤπως ἐρεῖς
628 ἐνταῦθα μηδὲν ψεῦδος .
Διόνυσος
ἀγορεύω τινὶ
629 ἐμὲ μὴ βασανίζειν ἀθάνατον ὄντ’ · εἰ δὲ μή ,
630 αὐτὸς σεαυτὸν αἰτιῶ .
Ἄιακος
λέγεις δὲ τί ;
Διόνυσος
631 ἀθάνατος εἶναί φημι Διόνυσος Διός ,