Διόνυσος
632 τοῦτον δὲ δοῦλον .
Ἄιακος
ταῦτ’ ἀκούεις ;
Ξανθίας
φήμ’ ἐγώ .
633 καὶ πολύ γε μᾶλλόν ἐστι μαστιγωτέος ·
634 εἴπερ θεὸς γάρ ἐστιν , οὐκ αἰσθήσεται .
Διόνυσος
635 τί δῆτ’ , ἐπειδὴ καὶ σὺ φῂς εἶναι θεός ,
636 οὐ καὶ σὺ τύπτει τὰς ἴσας πληγὰς ἐμοί ;
Ξανθίας
637 δίκαιος λόγος · χὠπότερόν γ’ ἂν νῷν ἴδῃς
638 κλαύσαντα πρότερον προτιμήσαντά τι
639 τυπτόμενον , εἶναι τοῦτον ἡγοῦ μὴ θεόν .
Ἄιακος
640 οὐκ ἔσθ’ ὅπως οὐκ εἶ σὺ γεννάδας ἀνήρ ·
641 χωρεῖς γὰρ ἐς τὸ δίκαιον . ἀποδύεσθε δή .
Ξανθίας
642 πῶς οὖν βασανιεῖς νὼ δικαίως ;
Ἄιακος
ῥᾳδίως ·
643 πληγὴν παρὰ πληγὴν ἑκάτερον .
Ξανθίας
καλῶς λέγεις .
Ἄιακος
644 ἰδού .
Ξανθίας
σκόπει νυν ἤν μ’ ὑποκινήσαντ’ ἴδῃς .
Ἄιακος
645 ἤδη ’πάταξά σ’ .
Ξανθίας
οὐ μὰ Δί’ .
Ἄιακος
οὐδ’ ἐμοὶ δοκεῖς .
646 ἀλλ’ εἶμ’ ἐπὶ τονδὶ καὶ πατάξω .
Διόνυσος
πηνίκα ;
Ἄιακος
647 καὶ δὴ ’πάταξα .
Διόνυσος
κᾆτα πῶς οὐκ ἔπταρον ;
Ἄιακος
648 οὐκ οἶδα · τουδὶ δ’ αὖθις ἀποπειράσομαι .
Ξανθίας
649 οὔκουν ἀνύσεις τι ; ἀτταταῖ .
Ἄιακος
τί τἀτταταῖ ;