Χορός
590 νῦν σὸν ἔργον ἔστ’ , ἐπειδὴ
590b τὴν στολὴν εἴληφας ἥνπερ
591 εἶχες ἐξ ἀρχῆς πάλιν ,
592 ἀνανεάζειν [ ... ]
593 καὶ βλέπειν αὖθις τὸ δεινόν ,
593b τοῦ θεοῦ μεμνημένον
594 ᾧπερ εἰκάζεις σεαυτόν .
594b εἰ δὲ παραληρῶν ἁλώσει
595 κἀκβαλεῖς τι μαλθακόν ,
595b αὖθις αἴρεσθαί σ’ ἀνάγκη
596 ’σται πάλιν τὰ στρώματα .
Ξανθίας
597 οὐ κακῶς ὦνδρες παραινεῖτ’ ,
598 ἀλλὰ καὐτὸς τυγχάνω ταῦτ’
598b ἄρτι συννοούμενος .
599 ὅτι μὲν οὖν , ἢν χρηστὸν τι ,
600 ταῦτ’ ἀφαιρεῖσθαι πάλιν πειράσεταί
600b μ’ εὖ οἶδ’ ὅτι .
601 ἀλλ’ ὅμως ἐγὼ παρέξω
601b ’μ’ αὐτὸν ἀνδρεῖον τὸ λῆμα
602 καὶ βλέποντ’ ὀρίγανον .
603 δεῖν δ’ ἔοικεν , ὡς ἀκούω
604 τῆς θύρας καὶ δὴ ψόφον .
Ἄιακος
605 ξυνδεῖτε ταχέως τουτονὶ τὸν κυνοκλόπον ,
606 ἵνα δῷ δίκην · ἀνύετον .
Διόνυσος
ἥκει τῳ κακόν .
Ξανθίας
607 οὐκ ἐς κόρακας ; μὴ πρόσιτον .
Ἄιακος
εἶεν , καὶ μάχει ;
608 Διτύλας χὠ Σκεβλύας χὠ Παρδόκας
609 χωρεῖτε δευρὶ καὶ μάχεσθε τουτῳί .
Διόνυσος
610 εἶτ’ οὐχὶ δεινὰ ταῦτα , τύπτειν τουτονὶ
611 κλέπτοντα πρὸς τἀλλότρια ;
Ἄιακος
μἀλλ’ ὑπερφυᾶ .