Πανδοκευτρία
569 ἴθι δὴ κάλεσον τὸν προστάτην Κλέωνά μοι .
Πλαθάνη
570 σὺ δ’ ἔμοιγ’ ἐάνπερ ἐπιτύχῃς Ὑπέρβολον ,
571 ἵν’ αὐτὸν ἐπιτρίψωμεν .
Πανδοκευτρία
μιαρὰ φάρυξ ,
572 ὡς ἡδέως ἄν σου λίθῳ τοὺς γομφίους
573 κόπτοιμ’ ἄν , οἷς μου κατέφαγες τὰ φορτία .
Πλαθάνη
574 ἐγὼ δέ γ’ ἐς τὸ βάραθρον ἐμβάλοιμί σε .
Πανδοκευτρία
575 ἐγὼ δὲ τὸν λάρυγγ’ ἂν ἐκτέμοιμί σου
576 δρέπανον λαβοῦσ’ , τὰς χόλικας κατέσπασας .
Πλαθάνη
577 ἀλλ’ εἶμ’ ἐπὶ τὸν Κλέων’ , ὃς αὐτοῦ τήμερον
578 ἐκπηνιεῖται ταῦτα προσκαλούμενος .
Διόνυσος
579 κάκιστ’ ἀπολοίμην , Ξανθίαν εἰ μὴ φιλῶ .
Ξανθίας
580 οἶδ’ οἶδα τὸν νοῦν · παῦε παῦε τοῦ λόγου .
581 οὐκ ἂν γενοίμην Ἡρακλῆς ἄν .
Διόνυσος
μηδαμῶς
582 Ξανθίδιον .
Ξανθίας
καὶ πῶς ἂν Ἀλκμήνης ἐγὼ
583 υἱὸς γενοίμην δοῦλος ἅμα καὶ θνητὸς ὤν ;
Διόνυσος
584 οἶδ’ οἶδ’ ὅτι θυμοῖ , καὶ δικαίως αὐτὸ δρᾷς ·
585 κἂν εἴ με τύπτοις , οὐκ ἂν ἀντείποιμί σοι .
586 ἀλλ’ ἤν σε τοῦ λοιποῦ ποτ’ ἀφέλωμαι χρόνου ,
587 πρόρριζος αὐτός , γυνή , τὰ παιδία ,
588 κάκιστ’ ἀπολοίμην , κἀρχέδημος γλάμων .
Ξανθίας
589 δέχομαι τὸν ὅρκον κἀπὶ τούτοις λαμβάνω .