Πανδοκευτρία
549 Πλαθάνη Πλαθάνη δεῦρ’ ἔλθ’ , πανοῦργος οὑτοσί ,
550 ὃς ἐς τὸ πανδοκεῖον εἰσελθών ποτε
551 ἑκκαίδεκ’ ἄρτους κατέφαγ’ ἡμῶν .
Πλαθάνη
νὴ Δία
552 ἐκεῖνος αὐτὸς δῆτα .
Ξανθίας
κακὸν ἥκει τινί .
Πανδοκευτρία
553 καὶ κρέα γε πρὸς τούτοισιν ἀνάβραστ’ εἴκοσιν
554 ἀν’ ἡμιωβολιαῖα .
Ξανθίας
δώσει τις δίκην .
Πανδοκευτρία
555 καὶ τὰ σκόροδα τὰ πολλά .
Διόνυσος
ληρεῖς γύναι
556 κοὐκ οἶσθ’ τι λέγεις .
Πανδοκευτρία
οὐ μὲν οὖν με προσεδόκας ,
557 ὁτιὴ κοθόρνους εἶχες , ἂν γνῶναί σ’ ἔτι ;
558 τί δαί ; τὸ πολὺ τάριχος οὐκ εἴρηκά πω .
Πλαθάνη
559 μὰ Δί’ οὐδὲ τὸν τυρόν γε τὸν χλωρὸν τάλαν ,
560 ὃν οὗτος αὐτοῖς τοῖς ταλάροις κατήσθιεν
Πανδοκευτρία
561 κἄπειτ’ ἐπειδὴ τἀργύριον ἐπραττόμην ,
562 ἔβλεψεν ἔς με δριμὺ κἀμυκᾶτό γε .
Ξανθίας
563 τούτου πάνυ τοὔργον · οὗτος τρόπος πανταχοῦ .
Πανδοκευτρία
564 καὶ τὸ ξίφος γ’ ἐσπᾶτο μαίνεσθαι δοκῶν .
Πλαθάνη
565 νὴ Δία τάλαινα .
Πανδοκευτρία
νὼ δὲ δεισάσα γέ που
566 ἐπὶ τὴν κατήλιφ’ εὐθὺς ἀνεπηδήσαμεν ·
567 δ’ ᾤχετ’ ἐξᾴξας γε τὰς ψιάθους λαβών .
Ξανθίας
568 καὶ τοῦτο τούτου τοὔργον .
Πλαθάνη
ἀλλ’ ἐχρῆν τι δρᾶν .