Θεράπαινα
503 φίλταθ’ ἥκεις Ἡράκλεις ; δεῦρ’ εἴσιθι .
504 γὰρ θεός σ’ ὡς ἐπύθεθ’ ἥκοντ’ , εὐθέως
505 ἔπεττεν ἄρτους , ἧψε κατερεικτῶν χύτρας
506 ἔτνους δύ’ τρεῖς , βοῦν ἀπηνθράκιζ’ ὅλον ,
507 πλακοῦντας ὤπτα κολλάβους . ἀλλ’ εἴσιθι .
Ξανθίας
508 κάλλιστ’ , ἐπαινῶ .
Θεράπαινα
μὰ τὸν Ἀπόλλω οὐ μή σ’ ἐγὼ
509 περιόψομἀπελθόντ’ , ἐπεί τοι καὶ κρέα
510 ἀνέβραττεν ὀρνίθεια , καὶ τραγήματα
511 ἔφρυγε , κᾦνον ἀνεκεράννυ γλυκύτατον .
512 ἀλλ’ εἴσιθ’ ἅμ’ ἐμοί .
Ξανθίας
πάνυ καλῶς .
Θεράπαινα
ληρεῖς ἔχων
513 οὐ γάρ σ’ ἀφήσω . καὶ γὰρ αὐλητρίς γέ σοι
514 ἥδ’ ἔνδον ἔσθ’ ὡραιοτάτη κὠρχηστρίδες
515 ἕτεραι δύ’ τρεῖς .
Ξανθίας
πῶς λέγεις ; ὀρχηστρίδες ;
Θεράπαινα
516 ἡβυλλιῶσαι κἄρτι παρατετιλμέναι .
517 ἀλλ’ εἴσιθ’ , ὡς μάγειρος ἤδη τὰ τεμάχη
518 ἔμελλ’ ἀφαιρεῖν χἠ τράπεζ’ εἰσῄρετο .
Ξανθίας
519 ἴθι νυν φράσον πρώτιστα ταῖς ὀρχηστρίσιν
520 ταῖς ἔνδον οὔσαις αὐτὸς ὅτι εἰσέρχομαι .
521 παῖς ἀκολούθει δεῦρο τὰ σκεύη φέρων .
Διόνυσος
522 ἐπίσχες οὗτος . οὔ τί που σπουδὴν ποιεῖ ,
523 ὁτιή σε παίζων Ἡρακλέα ’νεσκεύασα ;
524 οὐ μὴ φλυαρήσεις ἔχων Ξανθία ,
525 ἀλλ’ ἀράμενος οἴσεις πάλιν τὰ στρώματα .