Διόνυσος
489 κατέκειτ’ ἂν ὀσφραινόμενος , εἴπερ δειλὸς ἦν ·
490 ἐγὼ δ’ ἀνέστην καὶ προσέτ’ ἀπεψησάμην .
Ξανθίας
491 ἀνδρεῖά γ’ Πόσειδον .
Διόνυσος
οἶμαι νὴ Δία .
492 σὺ δ’ οὐκ ἔδεισας τὸν ψόφον τῶν ῥημάτων
493 καὶ τὰς ἀπειλάς ;
Ξανθίας
οὐ μὰ Δί’ οὐδ’ ἐφρόντισα .
Διόνυσος
494 ἴθι νυν ἐπειδὴ ληματίας κἀνδρεῖος εἶ ,
495 σὺ μὲν γενοῦ ’γὼ τὸ ῥόπαλον τουτὶ λαβὼν
496 καὶ τὴν λεοντῆν , εἴπερ ἀφοβόσπλαγχνος εἶ ·
497 ἐγὼ δ’ ἔσομαί σοι σκευοφόρος ἐν τῷ μέρει .
Ξανθίας
498 φέρε δὴ ταχέως αὔτ’ · οὐ γὰρ ἀλλὰ πειστέον ·
499 καὶ βλέψον ἐς τὸν Ἡρακλειοξανθίαν ,
500 εἰ δειλὸς ἔσομαι καὶ κατὰ σὲ τὸ λῆμ’ ἔχων .
Διόνυσος
501 μὰ Δί’ ἀλλ’ ἀληθῶς οὑκ Μελίτης μαστιγίας .
502 φέρε νυν ἐγὼ τὰ στρώματ’ αἴρωμαι ταδί .