Ἄιακος
465 βδελυρὲ κἀναίσχυντε καὶ τολμηρὲ σὺ
466 καὶ μιαρὲ καὶ παμμίαρε καὶ μιαρώτατε ,
467 ὃς τὸν κύν’ ἡμῶν ἐξελάσας τὸν Κέρβερον
468 ἀπῇξας ἄγχων κἀποδρὰς ᾤχου λαβών ,
469 ὃν ἐγὼ ’φύλαττον . ἀλλὰ νῦν ἔχει μέσος ·
470 τοία Στυγός σε μελανοκάρδιος πέτρα
471 Ἀχερόντιός τε σκόπελος αἱματοσταγὴς
472 φρουροῦσι , Κωκυτοῦ τε περίδρομοι κύνες ,
473 ἔχιδνά θ’ ἑκατογκέφαλος , τὰ σπλάγχνα σου
474 διασπαράξει , πλευμόνων τ’ ἀνθάψεται
475 Ταρτησία μύραινα · τὼ νεφρὼ δέ σου
476 αὐτοῖσιν ἐντέροισιν ᾑματωμένω
477 διασπάσονται Γοργόνες Τειθράσιαι ,
478 ἐφ’ ἃς ἐγὼ δρομαῖον ὁρμήσω πόδα .
Ξανθίας
479 οὗτος τί δέδρακας ;
Διόνυσος
ἐγκέχοδα · κάλει θεόν .
Ξανθίας
480 καταγέλαστ’ οὔκουν ἀναστήσει ταχὺ
481 πρίν τινά σ’ ἰδεῖν ἀλλότριον ;
Διόνυσος
ἀλλ’ ὡρακιῶ .
482 ἀλλ’ οἶσε πρὸς τὴν καρδίαν μου σφογγιάν .
Ξανθίας
483 ἰδοὺ λαβέ , προσθοῦ .
Διόνυσος
ποῦ ’στιν ;
Ξανθίας
χρυσοῖ θεοὶ
484 ἐνταῦθ’ ἔχεις τὴν καρδίαν ;
Διόνυσος
δείσασα γὰρ
485 ἐς τὴν κάτω μου κοιλίαν καθείρπυσεν .
Ξανθίας
486 δειλότατε θεῶν σὺ κἀνθρώπων .
Διόνυσος
ἐγώ ;
487 πῶς δειλὸς ὅστις σφογγιὰν ᾔτησά σε ;
488 οὐκ ἂν ἕτερός γ’ αὔτ’ ἠργάσατ’ ἀνήρ .
Ξανθίας
ἀλλὰ τί ;