Διόνυσος
40 παῖς .
Ξανθίας
τί ἔστιν ; οὐκ ἐνεθυμήθης ;
τὸ τί ;
Διόνυσος
41 ὡς σφόδρα μ’ ἔδεισε .
Ξανθίας
νὴ Δία μὴ μαίνοιό γε .
Ἡρακλῆς
42 οὔ τοι μὰ τὴν Δήμητρα δύναμαι μὴ γελᾶν ·
43 καίτοι δάκνω γ’ ἐμαυτόν · ἀλλ’ ὅμως γελῶ .
Διόνυσος
44 δαιμόνιε πρόσελθε · δέομαι γάρ τί σου .
Ἡρακλῆς
45 ἀλλ’ οὐχ οἷός τ’ εἴμ’ ἀποσοβῆσαι τὸν γέλων
46 ὁρῶν λεοντῆν ἐπὶ κροκωτῷ κειμένην .
47 τίς νοῦς ; τί κόθορνος καὶ ῥόπαλον ξυνηλθέτην ;
48 ποῖ γῆς ἀπεδήμεις ;
Διόνυσος
ἐπεβάτευον Κλεισθένει -
Ἡρακλῆς
49 κἀναυμάχησας ;
Διόνυσος
καὶ κατεδύσαμέν γε ναῦς
50 τῶν πολεμίων δώδεκ’ τρεῖς καὶ δέκα .
Ἡρακλῆς
51 σφώ ;
Διόνυσος
νὴ τὸν Ἀπόλλω .
Ξανθίας
κᾆτ’ ἔγωγ’ ἐξηγρόμην .
Διόνυσος
52 καὶ δῆτ’ ἐπὶ τῆς νεὼς ἀναγιγνώσκοντί μοι
53 τὴν Ἀνδρομέδαν πρὸς ἐμαυτὸν ἐξαίφνης πόθος
54 τὴν καρδίαν ἐπάταξε πῶς οἴει σφόδρα .
Ἡρακλῆς
55 πόθος ; πόσος τις ;
Διόνυσος
μικρὸς ἡλίκος Μόλων .
Ἡρακλῆς
56 γυναικός ;
Διόνυσος
οὐ δῆτ’ .
Ἡρακλῆς
ἀλλὰ παιδός ;
Διόνυσος
οὐδαμῶς .
Ἡρακλῆς
57 ἀλλ’ ἀνδρός ;
Διόνυσος
ἀπαπαί .
Ἡρακλῆς
ξυνεγένου τῷ Κλεισθένει ;