Γραῦς
981 νὴ τὴν Ἀφροδίτην , ἤν τε βούλῃ γ’ ἤν τε μή .
Νεανίας
982 ἀλλ’ οὐχὶ νυνὶ τὰς ὑπερεξηκοντέτεις
983 εἰσάγομεν , ἀλλ’ εἰσαῦθις ἀναβεβλήμεθα .
984 τὰς ἐντὸς εἴκοσιν γὰρ ἐκδικάζομεν .
Γραῦς
985 ἐπὶ τῆς προτέρας ἀρχῆς γε ταῦτ’ ἦν γλύκων ·
986 νυνὶ δὲ πρῶτον εἰσάγειν ἡμᾶς δοκεῖ .
Νεανίας
987 τῷ βουλομένῳ γε κατὰ τὸν ἐν πεττοῖς νόμον .
Γραῦς
988 ἀλλ’ οὐδὲ δειπνεῖς κατὰ τὸν ἐν πεττοῖς νόμον .
Νεανίας
989 οὐκ οἶδ’ τι λέγεις · τηνδεδί μοι κρουστέον .
Γραῦς
990 ὅταν γε κρούσῃς τὴν ἐμὴν πρῶτον θύραν .
Νεανίας
991 ἀλλ’ οὐχὶ νυνὶ κρησέραν αἰτούμεθα .
Γραῦς
992 οἶδ’ ὅτι φιλοῦμαι · νῦν δὲ θαυμάζεις ὅτι
993 θύρασί μ’ ηὗρες · ἀλλὰ πρόσαγε τὸ στόμα .
Νεανίας
994 ἀλλ’ μέλ’ ὀρρωδῶ τὸν ἐραστήν σου .
Γραῦς
τίνα ;
Νεανίας
995 τὸν τῶν γραφέων ἄριστον .
Γραῦς
οὗτος δ’ ἔστι τίς ;
Νεανίας
996 ὃς τοῖς νεκροῖσι ζωγραφεῖ τὰς ληκύθους .
997 ἀλλ’ ἄπιθ’ , ὅπως μή σ’ ἐπὶ θύραισιν ὄψεται .
Γραῦς
998 οἶδ’ οἶδ’ τι βούλει .
Νεανίας
καὶ γὰρ ἐγώ σε νὴ Δία .
Γραῦς
999 μὰ τὴν Ἀφροδίτην μ’ ἔλαχε κληρουμένη ,