Γραῦς
1000 μὴ ’γώ σ’ ἀφήσω .
Νεανίας
παραφρονεῖς γρᾴδιον .
Γραῦς
1001 ληρεῖς · ἐγὼ δ’ ἄξω σ’ ἐπὶ τἀμὰ στρώματα .
Νεανίας
1002 τί δῆτα κρεάγρας τοῖς κάδοις ὠνούμεθα ,
1003 ἐξὸν καθέντα γρᾴδιον τοιουτονὶ
1004 ἐκ τῶν φρεάτων τοὺς κάδους ξυλλαμβάνειν ;
Γραῦς
1005 μὴ σκῶπτέ μ’ τάλαν ἀλλ’ ἕπου δεῦρ’ ὡς ἐμέ .
Νεανίας
1006 ἀλλ’ οὐκ ἀνάγκη μοὐστίν , εἰ μὴ τῶν ἐμῶν
1007 τὴν πεντακοσιοστὴν κατέθηκας τῇ πόλει .
Γραῦς
1008 νὴ τὴν Ἀφροδίτην δεῖ γε μέντοι σ’ . ὡς ἐγὼ
1009 τοῖς τηλικούτοις ξυγκαθεύδουσ’ ἥδομαι .
Νεανίας
1010 ἐγὼ δὲ ταῖς γε τηλικαύταις ἄχθομαι ,
1011 κοὐκ ἂν πιθοίμην οὐδέποτ’ .
Γραῦς
ἀλλὰ νὴ Δία
1012 ἀναγκάσει τουτί σε .
Νεανίας
τοῦτο δ’ ἔστι τί ;