Νεανίας
960 δεῦρο δὴ δεῦρο δή ,
961 καὶ σύ μοι καταδραμοῦσα
961a τὴν θύραν ἄνοιξον
962 τήνδ’ · εἰ δὲ μή , καταπεσὼν κείσομαι .
963 φίλον , ἀλλ’ ἐν τῷ σῷ
964 βούλομαι κόλπῳ πληκτίζεσθαι
965 μετὰ τῆς σῆς πυγῆς .
966 Κύπρι τί μ’ ἐκμαίνεις ἐπὶ ταύτῃ ;
967 μέθες , ἱκνοῦμαί σ’ Ἔρως ,
968 καὶ ποίησον τήνδ’ ἐς εὐνὴν
968a τὴν ἐμὴν ἱκέσθαι .
Νεᾶνις
969 καὶ ταῦτα μέντοι μετρίως πρὸς τὴν ἐμὴν ἀνάγκην
970 εἰρημέν’ ἐστίν . σὺ δέ μοι , φίλτατον , ἱκετεύω ,
971 ἄνοιξον ἀσπάζου με ·
971a διά τοι σὲ πόνους ἔχω .
Νεανίας
972 χρυσοδαίδαλτον ἐμὸν μέλημα , Κύπριδος ἔρνος ,
973 μέλιττα Μούσης , Χαρίτων θρέμμα , Τρυφῆς πρόσωπον ,
974 ἄνοιξον ἀσπάζου με ·
975 διά τοι σὲ πόνους ἔχω .
Γραῦς
976 οὗτος τί κόπτεις ; μῶν ἐμὲ ζητεῖς ;
Νεανίας
πόθεν ;
Γραῦς
977 καὶ τὴν θύραν γ’ ἤραττες .
Νεανίας
ἀποθάνοιμ’ ἄρα .
Γραῦς
978 τοῦ δαὶ δεόμενος δᾷδ’ ἔχων ἐλήλυθας ;
Νεανίας
979 Ἀναφλύστιον ζητῶν τιν’ ἄνθρωπον .
Γραῦς
τίνα ;
Νεανίας
980 οὐ τὸν Σεβῖνον , ὃν σὺ προσδοκᾷς ἴσως .