Γραῦς
942 οἰμώζων ἄρα νὴ Δία σποδήσεις .
943 οὐ γὰρ τἀπὶ Χαριξένης τάδ’ ἐστίν .
944 κατὰ τὸν νόμον ταῦτα ποιεῖν
945 ἔστι δίκαιον , εἰ δημοκρατούμεθα .
946 ἀλλ’ εἶμι τηρήσουσ’ τι καὶ δράσει ποτέ .
Νεανίας
947 εἴθ’ θεοὶ λάβοιμι τὴν καλὴν μόνην ,
948 ἐφ’ ἣν πεπωκὼς ἔρχομαι πάλαι ποθῶν .
Νεᾶνις
949 ἐξηπάτησα τὸ κατάρατον γρᾴδιον ·
950 φρούδη γάρ ἐστιν οἰομένη μ’ ἔνδον μένειν .
951 ἀλλ’ οὑτοσὶ γὰρ αὐτὸς οὗ ’μεμνήμεθα .
952 δεῦρο δὴ δεῦρο δή ,
952a φίλον ἐμόν , δεῦρό μοι
953 πρόσελθε καὶ ξύνευνος
953a τὴν εὐφρόνην ὅπως ἔσει .
954 πάνυ γάρ τις ἔρως με δονεῖ
955 τῶνδε τῶν σῶν βοστρύχων .
956 ἄτοπος δ’ ἔγκειταί μοί τις
957 πόθος , ὅς με διακναίσας ἔχει .
958 μέθες , ἱκνοῦμαί σ’ Ἔρως ,
959 καὶ ποίησον τόνδ’ ἐς εὐνὴν
959a τὴν ἐμὴν ἱκέσθαι .