Νεᾶνις
884 νῦν μέν με παρακύψασα προὔφθης σαπρά .
885 ᾤου δ’ ἐρήμας οὐ παρούσης ἐνθάδε
886 ἐμοῦ τρυγήσειν καὶ προσάξεσθαί τινα
887 ᾄδουσ’ · ἐγὼ δ’ ἢν τοῦτο δρᾷς ἀντᾴσομαι .
888 κεἰ γὰρ δι’ ὄχλου τοῦτ’ ἐστὶ τοῖς θεωμένοις ,
889 ὅμως ἔχει τερπνόν τι καὶ κωμῳδικόν .
Γραῦς
890 τούτῳ διαλέγου κἀποχώρησον · σὺ δὲ
891 φιλοττάριον αὐλητὰ τοὺς αὐλοὺς λαβὼν
892 ἄξιον ἐμοῦ καὶ σοῦ προσαύλησον μέλος .
893 εἴ τις ἀγαθὸν βούλεται παθεῖν
894 τι , παρ’ ἐμοὶ χρὴ καθεύδειν .
895 οὐ γὰρ ἐν νέαις τὸ σοφὸν ἔνεστιν
896 ἀλλ’ ἐν ταῖς πεπείραις ·
897 οὐδέ τις στέργειν ἂν ἐθέλοι μᾶλλον ’γὼ
898 τὸν φίλον ᾧπερ ξυνείην ,
899 ἀλλ’ ἐφ’ ἕτερον ἂν πέτοιτο .
Νεᾶνις
900 μὴ φθόνει ταῖσιν νέαισι .
901 τὸ τρυφερὸν γὰρ ἐμπέφυκε
902 τοῖς ἁπαλοῖσι μηροῖς
903 κἀπὶ τοῖς μήλοις ἐπανθεῖ · σὺ δ’ γραῦ ,
904 παραλέλεξαι κἀντέτριψαι ,
905 τῷ θανάτῳ μέλημα .