Γραῦς
906 ἐκπέσοι σου τὸ τρῆμα
907 τό τ’ ἐπίκλιντρον ἀποβάλοιο
908 βουλομένη σποδεῖσθαι ,
909 κἀπὶ τῆς κλίνης ὄφιν εὕροις
910 καὶ προσελκύσαιο [ ... ]
910a βουλομένη φιλῆσαι .
Νεᾶνις
911 αἰαῖ τί ποτε πείσομαι ;
912 οὐχ ἥκει μοὐταῖρος ·
913 μόνη δ’ αὐτοῦ λείπομ’ ·
914 γὰρ μοι μήτηρ ἄλλῃ
915 βέβηκε · καὶ τἄλλ’ οὐδὲν μετὰ ταῦτα δεῖ λέγειν .
915a ἀλλ’ μαῖ’ ἱκετεύομαι , κάλει
916 τὸν Ὀρθαγόραν , ὅπως
917 σαυτῆς κατόναι’ , ἀντιβολῶ σε .
Γραῦς
918 ἤδη τὸν ἀπ’ Ἰωνίας
919 τρόπον τάλαινα κνησιᾷς ·
919a [ ... ]
919aa [ ... ]
920b δοκεῖς δέ μοι καὶ λάβδα κατὰ τοὺς Λεσβίους .
921 ἀλλ’ οὐκ ἄν ποθ’ ὑφαρπάσαιο
922 τἀμὰ παίγνια · τὴν δ’ ἐμὴν
923 ὥραν οὐκ ἀπολεῖς οὐδ’ ἀπολήψει .