Ἀνὴρ
867 βάδιζε τοίνυν ὕστερος · σὺ δ’ Σίκων
868 καὶ Παρμένων αἴρεσθε τὴν παμπησίαν .
869 φέρε νυν ἐγώ σοι ξυμφέρω .
μὴ μηδαμῶς .
870 δέδοικα γὰρ μὴ καὶ παρὰ τῇ στρατηγίδι ,
871 ὅταν κατατιθῶ , προσποιῇ τῶν χρημάτων .
872 νὴ τὸν Δία δεῖ γοῦν μηχανήματός τινος ,
873 ὅπως τὰ μὲν ὄντα χρήμαθ’ ἕξω , τοισδεδὶ
874 τῶν ματτομένων κοινῇ μεθέξω πως ἐγώ .
875 ὀρθῶς ἔμοιγε φαίνεται · βαδιστέον
876 ὁμόσ’ ἐστὶ δειπνήσοντα κοὐ μελλητέον .
Γραῦς
877 τί ποθ’ ἅνδρες οὐχ ἥκουσιν ; ὥρα δ’ ἦν πάλαι ·
878 ἐγὼ δὲ καταπεπλασμένη ψιμυθίῳ
879 ἕστηκα καὶ κροκωτὸν ἠμφιεσμένη
880 ἀργός , μινυρομένη τι πρὸς ἐμαυτὴν μέλος ,
881 παίζουσα . πῶς ἂν περιλάβοιμ’ αὐτῶν τινὰ
882 παριόντα ; Μοῦσαι δεῦρ’ ἴτ’ ἐπὶ τοὐμὸν στόμα ,
883 μελύδριον εὑροῦσαί τι τῶν Ἰωνικῶν .